Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Φώτης Κόντογλου - Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων.
Προστάτης τῶν Φτωχῶν, Πατέρας τῶν Ὀρφανῶν, Δάσκαλος τῶν Ἁμαρτωλῶν

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πλέον τιμημένους ἁγίους της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται οἱ χριστιανοὶ στὶς περιστάσεις ὅπως τὸν ἅγιο Νικόλαο, τὸν ἅγιο Γεώργιο καὶ τὸν ἅγιο Δημήτριο. Τὸ τίμιο λείψανό του τὸ ἔχει ἡ Κέρκυρα, ὅπως ἡ Ζάκυνθος ἔχει τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Διονυσίου κ᾿ ἡ Κεφαλληνία τὸν ἅγιο Γεράσιμο.
Γεννήθηκε στὸν καιρὸ τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου στὸ νησὶ τῆς Κύπρου, ἀπὸ γονιοὺς φτωχούς. Γι᾿ αὐτὸ στὰ μικρὰ χρόνια του ἤτανε τσομπάνης καὶ φύλαγε πρόβατα. Ἤτανε πολὺ ἁπλὸς στὴ γνώμη σὰν τοὺς ψαράδες ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς νὰ τοὺς κάνει μαθητές του. Σὰν ἦρθε σὲ ἡλικία, παντρεύθηκε, καὶ μετὰ χρόνια χήρεψε, καὶ τόση ἤτανε ἡ ἀρετή του, ποὺ τὸν κάνανε ἐπίσκοπο σὲ μία πολιτεία λεγόμενη Τριμυθοῦντα, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ὁλότελα ἀγράμματος. Παίρνοντας αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ἀξίωμα ἔγινε ἀκόμα ἁπλούστερος καὶ ταπεινός, καὶ ποίμανε τὰ λογικὰ πρόβατα ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ Χριστὸς μὲ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐστηρότητα ὡσὰν ὑπεύθυνος ὅπου ἤτανε γιὰ τὴ σωτηρία τους. Ἤτανε προστάτης τῶν φτωχῶν, πατέρας τῶν ὀρφανῶν, δάσκαλος τῶν ἁμαρτωλῶν. Καὶ εἶχε τέτοια καθαρότητα καὶ ἁγιότητα, ποὺ τοῦ δόθηκε ἡ χάρη ἄνωθεν νὰ κάνει πολλὰ θαύματα, γιὰ τοῦτο ὀνομάσθηκε θαυματουργός. Μὲ τὴν προσευχή του μάζευε τὰ σύννεφα κ᾿ ἔβρεχε σὲ καιρὸ ξηρασίας, γιάτρευε τὶς ἀρρώστιες, τιμωροῦσε τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους, ὅπως ἔκανε μὲ κάποιους μαυραγορίτες ποὺ γκρέμνισε τὶς ἀποθῆκες ποὺ φυλάγανε τὸ σιτάρι, ἐνῶ ὁ κόσμος πέθαινε ἀπὸ τὴν πείνα, καὶ καταπλακωθήκανε μαζὶ μὲ τὸ σιτάρι: «καὶ μελετώμενον λιμὸν παρὰ τῶν σιτοκαπήλων, ἔλυσε, συμπεσουσῶν αὐτοίς, τῶν ἀποθηκῶν αἷς τὸν σίτον συνέσχον». Καὶ μ᾿ ὅλα αὐτὰ ἐζοῦσε μὲ τόση φτώχεια, ποὺ σὰν πῆγε κάποτε ἕνας φτωχὸς νὰ τὸν βοηθήσει γιὰ νὰ πληρώσει κάποιο χρέος του, δὲν εἶχε νὰ τοῦ δώσει τίποτα, καὶ μὲ θαῦμα ἔκανε μαλαματένιο ἕνα φίδι ποὺ βρέθηκε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, καὶ τὸ ἔδωσε στὸν φτωχό, κ᾿ ἐκεῖνος τὸ ἕλιωσε καὶ πλήρωσε τὸ χρέος του. Ἄλλη φορὰ πάλι ἔγινε κατακλυσμός, καὶ τὰ ποτάμια ξεχειλίσανε καὶ πλημμύρισε ἡ χώρα, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας προσευχήθηκε καὶ τραβήξανε τὰ νερὰ καὶ στέγνωσε ὁ νεροπατημένος τόπος. Γιάτρεψε καὶ τὸν βασιλέα Κωνσταντῖνον ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ἀπὸ κάποια ἀγιάτρευτη ἀρρώστια, ἕνα διάκο ποὺ βουβάθηκε τὸν ἔκανε καλά, κακοὺς καὶ πλεονέκτες ἀνθρώπους ἐτιμώρησε μὲ ὑπερφυσικὴ δύναμη, καὶ πλῆθος ἄλλα θαύματα ἔκανε, ὥστε νὰ τὸν φοβοῦνται οἱ ἄδικοι κ᾿ οἱ ἀδικημένοι νὰ τὸν ἔχουνε γιὰ προστάτη καὶ καταφύγιο. Ἀλλὰ πάντα εἶχε μεγάλη ἀγάπη καὶ συμπάθεια στοὺς ἁμαρτωλούς, γι᾿ αὐτὸ κάποιοι κλέφτες ποὺ πήγανε μία νύχτα νὰ κλέψουνε πρόβατα ἀπὸ τὴ μάνδρα του, ποὺ τὴ συντηροῦσε γιὰ νὰ βοηθᾶ τοὺς πεινασμένους, τυφλωθήκανε καὶ δὲν μπορούσανε νὰ φύγουνε, καὶ πιάσανε καὶ φωνάζανε νὰ τοὺς ἐλεήσει. Κι᾿ ὁ ἅγιος ὄχι μοναχὰ τοὺς ξανάδωσε τὸ φῶς τους, ἀλλὰ τοὺς χάρισε κ᾿ ἕνα κριάρι, γιατί, ὅπως τοὺς εἶπε, εἴχανε κακοπαθήσει ὅλη τὴ νύχτα, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς νουθέτησε νἆναι καλοὶ ἄνθρωποι, τοὺς ἔστειλε στὰ σπίτια τοὺς χωρὶς νὰ μάθει τίποτα ἡ ἐξουσία γιὰ τὴν κλεψιὰ ποὺ θέλανε νὰ κάνουνε. Προέλεγε δὲ καὶ ὅσα ἤτανε νὰ γίνουνε μὲ ἀκρίβεια, ὥστε νὰ τὸν θαυμάζει ὁ κόσμος σὰν ἕνα ὑπεράνθρωπο πρόσωπο, ἀφοῦ ἀπὸ τσομπάνης ἀξιώθηκε νὰ ἀνεβεῖ σὲ τέτοιο ὕψος. Καὶ στὴν Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, ἤτανε κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας ἀνάμεσα στοὺς τριακοσίους δέκα ὀκτὼ θεοφόρους πατέρας καί, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν γνώριζε γράμματα, ἀποστόμωσε τὸν αἱρεσιάρχην Ἄρειο ποὺ ἤτανε ὁ πιὸ σπουδασμένος στὰ γράμματα ἀπὸ ὅλους τοὺς δεσποτάδες.
Ὅλον τὸν καιρὸ ποὺ ἔζησε δὲν ἔπαψε νὰ κάνει θαύματα. Τὸ μεγαλύτερο ἤτανε ἡ ἀνάσταση τῆς πεθαμένης κόρης του ποὺ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ μνῆμα καὶ μαρτύρησε σὲ ποιὸ μέρος εἶχε φυλάξει τὰ χρήματα ποὺ τῆς ἐμπιστεύθηκε κάποια γυναίκα, καὶ πάλι ξανακοιμήθηκε. Κάποτε πῆγε στὸν ἅγιο μία γυναίκα ποὺ εἶχε ἕνα παιδάκι καὶ τῆς πέθανε, καὶ τὸν παρακαλοῦσε μὲ δάκρυα πολλὰ νὰ τὸ ἀναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ἤτανε οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὸν γνωρίζανε, στὰ θαύματα ποὺ ἔκανε ὁ ἅγιος. Καὶ ἐκεῖνος τὸ ἀνάστησε μὲ τὴν προσευχή του. Μὰ ἡ μητέρα του σὰν τὸ εἶδε ζωντανό, ἀπὸ τὴν πολλὴ χαρὰ τῆς πέθανε ἡ ἴδια. Κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας ἀνέστησε καὶ τὴ γυναίκα.
Αὐτὰ τὰ μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στὸν κόσμο, κι᾿ ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας, ζωντας ἀκόμα, τιμήθηκε σὰν ἅγιος καὶ θαυματουργός. Καὶ ἕως τώρα κάνει πολλὰ θαύματα τὸ σκήνωμά του ποὺ εἶναι ὁ θησαυρὸς τῶν Κερκυραίων.
Ὅταν ἐλειτουργοῦσε, παραστεκότανε Ἄγγελοι ποὺ τοὺς βλέπανε μὲ τὰ μάτια τοὺς πολλοὶ ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, καὶ ποὺ ἔλεγε τὸ «Εἰρήνη πᾶσι», οἱ Ἄγγελοι ἀντιφωνούσανε «Καὶ τῷ πνεύματί σου» ἀντὶ τῶν ψαλτάδων, καὶ τὸν περιέλουζε κάποια ὑπερφυσικὴ φωτοχυσία.
Μὲ τέτοια ἀγγελικὴ πολιτεία ἀφοῦ ἔζησε κ᾿ ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας ποιμαίνοντας τὰ λογικὰ πρόβατα, μετέστη πρὸς Κύριον. Τὸ δὲ ἅγιο λείψανό του ἔμεινε κάμποσον καιρὸ στὴν Τριμυθοῦντα κι᾿ ἀπὸ κεῖ τὸ πήγανε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἐβάλανε στὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὅπου φυλαγότανε τὰ ἅγια λείψανα πολλῶν ἁγίων. Κατὰ τὴ βασιλεία τῶν Τούρκων εὑρέθη εἰς τὰ χέρια ἑνὸς εὐλαβοῦς χριστιανοῦ ποὺ τὸν λέγανε Βούλγαρη, κι᾿ αὐτὸς μὲ μεγάλα βάσανα καὶ κόπους τὸ ἔφερε ἕως τὴν Ἀλβανία κρυμμένο μέσα σὲ τσουβάλια, κι᾿ ἀπὸ κεῖ τὸ πέρασε μ᾿ ἕνα καΐκι στὴν Κέρκυρα ποὺ τὴν κρατούσανε οἱ Βενετσιάνοι, κι᾿ ἀπὸ τότε βρίσκεται σ᾿ αὐτὸ τὸ νησί, ἀπείραχτο ἀπὸ τὸν καιρό, μὲ ὅλο ὁποῦ περάσανε 1600 χρόνια ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Στὸ κουβούκλιο στέκεται ὄρθιος ὁ ἅγιος, μὲ χέρια σταυρωμένα, ντυμένος μὲ τὰ ἄμφιά του καὶ τὸν βγάζουνε σὲ λιτανεία δυὸ φορὲς τὸ χρόνο. Οἱ Κερκυραῖοι ἔχουνε τὸ ἱερὸ σκήνωμα σὲ μεγάλη εὐλάβεια καὶ τὸ θεωροῦνε θησαυρὸ τοῦ νησιοῦ τους. Τὸν καιρὸ ποὺ δούλεψα στὸ Μουσεῖο τῆς Κέρκυρας γνώρισα τὸν πάπα-Βούλγαρη, ποὺ ἤτανε ἐφημέριος του ναοῦ, κατὰ κληρονομικὸ δικαίωμα, ἄνθρωπος ποὺ ἀγαποῦσε τὴν τέχνη καὶ τὰ γράμματα. Τὸ ἅγιο λείψανο θαυματουργεῖ πάντα ἕως σήμερα σὲ ὅποιους ἐπικαλεσθοῦνε μὲ πίστη τὸν ἅγιο.
Στὴν ὀρθόδοξη ἁγιογραφία ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος μὲ γυριστὴ μύτη καὶ μὲ διχαλωτὸ κοντὸ ἄσπρο γένι, «γέρων διχαλογένης φορῶν σκοῦφον». Ὁ σκοῦφος του εἶναι παράξενος, σὰν κινέζικος, μυτερὸς στὴν κορυφή. Δὲν ζωγραφίζεται ποτὲ ξεσκούφωτος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς εἰκόνες ἀπάνω σὲ σανίδι εἴτε σὲ τοῖχο σὲ ἄλλο μέρος τῆς ἐκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνὰ στὸ ἅγιο Βῆμα μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους μεγάλους ἱεράρχας Βασίλειο, Χρυσόστομο καὶ Γρηγόριο κάτω ἀπὸ τὴν Πλατυτέρα. Στὸ χαρτὶ ποὺ βαστᾶ εἶναι γραμμένο: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τὴν λογικὴν ταύτην καὶ ἀναίμακτον θυσίαν».
Ἡ ὑμνολογία μας τὸν στόλισε μὲ τὰ ἀμάραντα ἄνθη της, ποὺ πολὺ λίγοι ἀπὸ μᾶς τὰ μελετήσανε γιὰ νὰ δοῦνε πὼς ἀληθινὰ εἶναι ἀμάραντα.
«Χαίροις ἀρχιερέων κανών, τῆς Ἐκκλησίας ἀδιάσειστον ἔρεισμα· τὸ κλέος τῶν Ὀρθοδόξων, ἡ τῶν θαυμάτων πηγή, τῆς ἀγάπης ῥεῖθρον μὴ κενούμενον...». «Πράος καὶ κληρονόμος τῆς γῆς, Σύ, τῶν πραέων ἀληθῶς ἀναδέδειξαι, Σπυρίδων, πατέρων δόξα, ὁ ταῖς νευραὶς τῶν σοφῶν καὶ ἁπλῶν σου λόγων, θείᾳ χάριτι, ἐχθρὸν τὸν παμπόνηρον καὶ παράφρονα Ἄρειον ἐναποπνίξας, καὶ τὸ δόγμα τὸ ἔνθεον καὶ σωτήριον ἀνυψώσας ἐν Πνεύματι...». «Ἐκ ποιμνίων ὥσπερ τὸν Δαυΐδ, σὲ ἀναλαβόμενος ὁ Πλαστουργός, λογικῆς ποίμνης ἔθετο ποιμένα πανάριστον, τὴ ἁπλότητι καὶ πραότητι λάμποντα καὶ τὴ ἀκακία, ὅσιε, Ποιμὴν καλλωπιζόμενον». «Μωϋσέως τὸ ἄπλαστον, Δαυῒδ τὸ πρᾶον, Ἰὼβ τοῦ Αὐσίτιδος τὸ ἄμεμπτον κτησάμενος, τοῦ Πνεύματος γέγονας κατοικητήριον, μέλπων, Ἱερώτατε: Ὁ ὢν εὐλογημένος καὶ ὑπερένδοξος». «Σὲ ἐξ ἀλόγου ποίμνης μετήγαγεν εἰς λογικὴν τὸ Πνεῦμα, πνευματοφόρε, ὡς τὸν Μωσέα καὶ Δαυῒδ ὧν ἐμιμήσω τὸ πράον, Σπυρίδων, φῶς οἰκουμένης». Τὸ ἀπολυτίκιον λέει: «Τῆς Συνόδου τῆς πρώτης ἀνεδείχθης ὑπέρμαχος, καὶ θαυματουργὸς θεοφόρε, Σπυρίδων, πατὴρ ἡμῶν. Διὸ νεκρὰ Σὺ ἐν τάφῳ προσφωνεῖς, καὶ ὄφιν εἰς χρυσοῦν μετέβαλες· καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας Σου εὐχάς, Ἀγγέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς Σοι, Ἱερώτατε. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ Σοῦ πᾶσιν ἰάματα».

 Οι Προπάτορες του Κυρίου


Οι Προπάτορες του Κυρίου
Δύο Κυριακές προ των Χριστουγέννων, η Εκκλησία μας, αγαπητοί μου, μάς καλεί σήμερα να τιμήσουμε την μνήμη όλων των κατά σάρκα προγόνων και προπατόρων του Κυρίου, ανδρών και γυναικών, τα ονόματα των οποίων θα ακούσουμε αναλυτικά στην Ευαγγελική περικοπή της ερχόμενης Κυριακής, προ της Γεννήσεως του Χριστού.
Πρόκειται για ανθρώπους που, ενώ έζησαν στην προ Χριστού μακραίωνη περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, στον κόσμο του νόμου και όχι της χάριτος, είχαν προσανατολισμένη την ζωή τους στην προοπτική της ελεύσεως του Σωτήρα, βιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, ζωή εν Χριστώ, προ Χριστού. Πρόκειται για ανθρώπους που βίωσαν την προσωπική τους δικαίωση και την επιβεβαίωση της πίστης τους με την Γέννηση, την Σταύρωση και την εκ νεκρών Ανάσταση του αναγγελμένου από τον Θεό Σωτήρα, που είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν υπήρξαν απλά στην ιστορία, όπως τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων που πέρασαν απ’ αυτή τη γη. Το πέρασμά τους έμεινε ανεξίτηλα χαραγμένο στην ιστορία και στην μνήμη της Εκκλησίας, γιατί έζησαν προσδοκώντας τον μεγάλο Αναμενόμενο. «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να υπάρχεις και στο να ζεις. Πολλοί άνθρωποι υπάρχουν. Λίγοι, όμως, πραγματικά ζουν.

Μόνο εκείνοι που ευχαριστούνται στις εντολές Του και αγαλλιούν στην πραγματοποίηση του θελήματός Του θα περάσουν πέρα από την απλή ύπαρξη και θα βρουν την πραγματική ζωή…»1
Ο εορτασμός της μνήμης των Αγίων Προπατόρων και η διάσωση των ονομάτων τους από τις Ευαγγελικές περικοπές των ημερών δεν είναι τυχαία γεγονότα. Γίνονται, πρωτίστως, για να καταδειχθεί η ιστορικότητα του προσώπου του Χριστού και για να γίνει αποδεκτό, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι «ο Ιησούς, όντας Υιός του Θεού, έχει έλθει «εν σαρκί», ως πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτή η διαβεβαίωση ήταν άκρως σημαντική στον καιρό των Αποστόλων και στις πρώτες Χριστιανικές γενιές, γιατί, άσχετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, ο πειρασμός της πρώιμης περιόδου του Χριστιανισμού δεν ήταν η άρνηση της Θεότητος του Ιησού, αλλά η άρνηση της πραγματικής και αυθεντικής Του ανθρωπότητας»2
Οι Άγιοι Προπάτορες τιμώνται, επίσης, για να καταδειχθεί η εκπλήρωση των επαγγελιών και υποσχέσεων του Θεού προς τον Αβραάμ, ότι ο Σωτήρας θα προέλθει από το δικό του γένος και προς τον Δαυίδ ότι ο Χριστός θα καθίσει πάνω στον δικό του θρόνο και θα βασιλεύσει σε μια βασιλεία που δεν θα έχει τέλος.  
Αυτό, όμως, που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί στο σημείο αυτό είναι ότι ο Θεός εκπληρώνει τις υποσχέσεις του, παρά το γεγονός ότι ο λαός Του δεν παραμένει πάντα πιστός. Ανάμεσα στους Προπάτορες, από τους οποίους προήλθε, κατ’ άνθρωπον, ο Χριστός, «υπάρχουν και αμαρτωλοί και ειδωλολάτρες. Με μια λέξη, ο Ιησούς δεν προέρχεται μόνο από δικαίους και αγίους, αλλά και από πονηρούς και αμαρτωλούς».3
Κορυφαίο παράδειγμα ο Δαυίδ, ο οποίος υπέπεσε σε πλήθη μεγάλων αμαρτιών και, εντούτοις, κατέχει κορυφαία θέση μεταξύ των Αγίων Προπατόρων. Η στάση αυτή του Ιησού είναι καθοριστική για την στάση της Εκκλησίας, διαχρονικά, έναντι της αμαρτίας και των αμαρτωλών, όλων μας δηλ. Ο Χριστός και η Εκκλησία Του στηλιτεύουν την αμαρτία και καλούν όλους να αγωνιζόμαστε για την απαλλαγή από τα δεσμά της. Την ίδια, όμως, στιγμή δέχεται την μετάνοια των αμαρτωλών, δεν κλείνει τις θύρες της καρδιάς του σε εκείνους που, ναι μεν αμαρτάνουν, αλλά, αυτοκατακρινόμενοι και μετανοούντες, αναζητούν την χάρη και το έλεος του Θεού. Από τέτοιους ανθρώπους, από τους μετανοημένους αμαρτωλούς, μπορούν να προέλθουν δοχεία αγιότητος σαν κι αυτά των Αγίων Προπατόρων, που εορτάζουμε σήμερα και είθε πάντα να λειτουργούν ως υποδείγματα πίστεως και μετανοίας για όλους μας. ΑΜΗΝ!

Ὁ Ὅσιος Λεόντιος & ἡ Μονὴ τοῦ Ἀρχαγγέλου


Τὰ πρῶτα χρόνια

Πληροφορίες γιὰ τὸ βίο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Ὁσίου Λεοντίου μᾶς παρέχει τὸ Συναξάριον τοῦ Νέου Λειμωναρίου, στὸ ὁποῖο περιέχονται τὰ σχετικὰ μὲ τὸν ἱδρυτὴ τῆς μονῆς καὶ ἕνα «Ἐγκώμιον στὸν Ὅσιο Λεόντιο τὸν ἐν Ἀχαΐᾳ» ποὺ ἔχουν διασωθεῖ.
Τὸ πρῶτο κείμενο εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸ Γεννάδιο Σχολάριο, σχεδόν σύγχρονο τοῦ ἁγίου (1400-1472), πρῶτον μετὰ τὴν Ἅλωση πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Τὸ κοσμικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος Σχολάριος, ποὺ ἦταν στενὰ συνδεδεμένος μὲ τὴν αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων καὶ ἰδιαίτερα μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Η´, ἄνθρωπος ποὺ ἀνῆκε στὴν παράταξη τῶν ἀνθενωτικῶν[1]. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ ἀρνήθηκε νὰ ὑπογράψει τὴν ἕνωση τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ ἄλλοι ἤθελαν ἐλπίζοντας νὰ τοὺς βοηθήσει μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Δυτικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς Τούρκους ποὺ περιέσφιγγαν τὴν Βασιλεύουσα ἕτοιμοι νὰ τὴν κατακτήσουν. Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ εἶχε τὸ θλιβερὸ καθῆκον νὰ διαπραγματευθεῖ μὲ τὸ Μωάμεθ τὸν Πορθητὴ ὅ,τι ἦταν δυνατὸ νὰ σωθεῖ μετὰ τὴν καταστροφικὴ λαίλαπα τῆς ἁλώσεως καὶ νὰ ἐξασφαλίσει τὰ προνόμια τοῦ Πατριαρχείου, ποὺ ἀκόμα καὶ μέχρι σήμερα ἰσχύουν[2]. Τὸ δεύτερο κείμενο πρέπει νὰ προέρχεται ἀπὸ κάποιο μαθητὴ τοῦ Γεωργίου Σχολαρίου, ὁ ὁποῖος ἐξασκεῖται στὴν συγγραφὴ ἐγκωμιαστικῶν λόγων.
Σχέδιο Μονεμβασίας ἀπὸ θαλάσσης
Ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτὰ μαθαίνουμε ὅτι ὁ Λέων, -αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ὁσίου Λεοντίου- γεννήθηκε στὴν Μονεμβασία τῆς Λακωνίας γύρω στὸ 1377 ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Μαμμωνάδων, ποὺ εἶχε συγγένεια μὲ τὴν οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων. Τότε οἱ Παλαιολόγοι εἶχαν τὴν ἕδρα τους στὸν κοντινὸ μὲ τὴν Μονεμβασία, Μυστρᾶ, τόπο ὅπου ἐστέφθη ὁ τελευταῖος αὐτοκράτωρ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος[3].
Οἱ γονεῖς του Ἀνδρέας καὶ Θεοδώρα ἦσαν ἄνθρωποι «ἐπιφανεῖς καὶ θεοφιλεῖς». Αὐτὴ ἡ μητέρα του, Θεοδώρα, φαίνεται ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου τοῦ Δ´ τοῦ Παλαιολόγου (1376-1379) καὶ γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ καὶ στὸ σύζυγό της Ἀνδρέα Μαμωνᾶ ἐμπιστεύεται «πάσης τῆς Πελοποννήσου τὴν ἀρχήν», δηλαδὴ δίδει σὲ αὐτὸν τίτλο ἁρμοστοῦ τπης κεντρικῆς ἐξουσίας, πράξη ποὺ φανερώνει πέραν τοῦ οἰκογενειακοῦ δεσμοῦ, τὴν ἐκτίμηση καὶ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἀνδρονίκου πρός αὐτόν.
Τὰ χρόνια εἶναι δύσκολα γιὰ τὸ Βυζάντιο, εἶναι ἡ τελευταία ἑκατονταετία του καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀγωνία μπροστὰ στὴν προέλαση τῶν Ὀθωμανῶν. Ἡ αὐτοκρατορία ἦταν σὲ ἀπελπιστικὴ κατάσταση, ἀφοῦ εἶχε ἀκρωτηριασθεῖ ἐδαφικὰ καὶ εἶχε καταρρεύσει οἰκονομικά. Τὸ κρατικὸ ταμεῖο ἦταν ἐντελῶς ἄδειο, τὸ διοικητικὸ σύστημα ὑπὸ διάλυση, τὸ νόμισμα εἶχε ὑποτιμηθεῖ καὶ ὅλες οἱ πηγὲς ἐσόδων εἶχαν ἐξαντληθεῖ. Ὁ αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος βρισκόταν σὲ ἀπόγνωση. Ἔτσι εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὅπως ἦταν ὁ πατέρας τοῦ Αγίου Λεοντίου[4].
Στὸ ἐξωτερικὸ καὶ πολύ κοντὰ στὴν Κωνσταντινούπολη ἡ δράση τῶν Τούρκων εἶναι ἀκάθεκτη. Ὁ Ὀρχὰν ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ποὺ ὁδήγησε τὸ λαό του σὲ κατακτήσεις στὴν Εὐρώπη. Οἱ Τοῦρκοι τὸ 1354, ἐπωφελούμενοι ἀπὸ ἕνα μεγάλο σεισμό, κατέλαβαν τὸ φρούριο τῆς Καλλίπολης. Στήν Κωνσταντινούπολη ὁ λαὸς καταλήφθηκε ἀπὸ πανικό, πιστεύοντας ὅτι κινδύνευε ἄμεσα. Ἐπὶ Μουρὰτ Α´ (1361- 1389), οἱ πόλεις τῆς ἐρημωμένης Θράκης ὑπέκυψαν ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Τὸ 1361 καταλήφθηκε τὸ Διδυμότειχο καὶ λίγο ἀργότερα ἡ Ἀνδριανούπολη, ὅπου ὁ Σουλτάνος μετέφερε τὴν πρωτεύουσά του (περὶ τὸ 1365). Τέτοια ἦταν λοιπόν ἡ κατάσταση στὴν Βασιλεύουσα, ὅταν γεννήθηκε ὁ Ὅσιος Λεόντιος, ὁ ὁποῖος μέσα σὲ αὐτὴ τὴν δίνη τῶν καιρῶν ἔλαβε ἐξαιρετικὴ ἀνατροφὴ ἀπὸ τοὺς γονεῖς του καὶ ἐστάλη στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ εὐρύτερες σπουδές, ὅπου ἔτυχε ἰδιαιτέρας φροντῖδος, μεγαλώνοντας στὸ ἀνακτορικὸ περιβάλλον μὲ ἀρετὴ καὶ εὐσέβεια· σὲ μιὰ Πόλη, ποὺ εἶχε χάσει τὴν ἀκμή της καὶ ποὺ πολύ κοντὰ στὴν τελικὴ κατατροφὴ βρισκόταν.
Ὁ Ναὸς τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας εἰς Μονεμβασία (ιγ´ αἰ.)
Προικισμένος μὲ ὀξύτητα νοῦ καὶ μὲ καθαρότητα βίου μέσα σὲ λίγο διάστημα διδάχθηκε τόσα πολλὰ ὅσα λίγοι κατορθώνουν. Παράλληλα μὲ τὴν μόρφωσή του φροντίζει καὶ γιὰ τὴν ἐσωτερική του καλλιέργεια «ἐκδίδοται», χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει τὸ συναξάρι «εἰς μαθητείαν καὶ τῶν ἱερῶν γραμμάτων», τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν τὸ θεμέλιο τῆς μετέπειτα ἐξέλιξής του. Μὲ ἀξιοθαύμαστο ζῆλο ἐπιδίδεται στὶς ἐπιστῆμες καὶ περισσότερο στὴν φιλοσοφία, προξενώντας ὅλων τὴν ἔκπληξη, μάλιστα καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ αὐτοκράτορα Μανουήλ Β´ Παλαιολόγου (1391-1425), ποὺ γιὰ νὰ φθάσει στὸ θρόνο τοῦ Βυζαντίου εἶχε τὴν ἀκόλουθη περιπετειώδη ἱστορία: Ἡ πίεση στὴν ἀδύναμη Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία αὐξήθηκε τώρα σημαντικά. Ὁ Σουλτάνος ἦταν σὲ θέση νὰ ἐλέγχει τὴν διαδοχὴ στὸ θρόνο καὶ νὰ ἐπιβάλλει ἀπόλυτα τὴν θέλησή του. Τὸ 1390 ἐπέβαλε στὸ θρόνο τὸν Ἰωάννη Ζ´, ἐνῶ ὁ διάδοχός του Μανουήλ, διαβιοῦσε στὴν αὐλὴ τοῦ Σουλτάνου καὶ μάλιστα ἐξαναγκάσθηκε νὰ συμμετάσχει στὴν ἐπιτυχῆ ὀθωμανικὴ ἐκστρατεία ἐναντίον τῆς τελευταίας βυζαντινῆς πόλεως τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Φιλαδελφείας[5].
Ὁ Μανουὴλ τελικὰ δραπέτευσε καὶ ἀνέλαβε τὸ 1391 τὴν διακυβέρνηση τῆς Βασιλεύουσας, ποὺ ἀριθμοῦσε τότε μόλις 50000 κατοίκους, σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς δύσκολες περιόδους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Ἀκολούθησε ὁ πρῶτος ἀποκλεισμὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ Βαγιαζήτ (1393-1394), ἐνῶ τὰ σύνορα τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας ἔφθαναν μέχρι τὸ Δούναβη[6].
Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀτμόσφαιρα καὶ τὸ γενικότερο κλῖμα τῆς καταστροφῆς ποὺ ἐπερχόταν γιὰ τὴν Πόλη, βρέθηκε κι ὁ Λέων γιὰ σπουδὲς στὴν Κωνσταντινούπολη. Τότε συνέβη τὸ καθοριστικὸ γεγονὸς γιὰ τὴν ἕως τότε ζωή του, ἀπέθανε ὁ πατέρας του. Γιὰ τοῦτο, ἀναγκάζεται νὰ ἐπιστρέψει στὴν Μονεμβασία καὶ νὰ σταθεῖ βοηθὸς καὶ παρηγορητὴς τῆς μητέρας του Θεοδώρας, ἡ ὁποία παρὰ τὸ ὅτι ἐνωρὶς διέκρινεν εἰς αὐτὸν μοναχικές τάσεις τὸν παρακινεῖ νὰ νυμφευθεῖ. Μολονότι ὁ Λέων δὲν ἦτο φιλόκοσμος, πείθεται καὶ ὁδηγεῖται εἰς γάμον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἀπέκτησε τρία παιδιά.

Ὁ μοναχικὸς βίος τοῦ Ὁσίου

Ὅταν ἡ Θεοδώρα εἶδε νὰ λαμβάνει σάρκα καὶ ὀστᾶ ἡ ἐπιθυμία της γιὰ τὸ γάμο του γιοῦ της, ἐγκαταλείπει τὰ ἐγκόσμια, ἐνδύεται τὸν μοναχικὸν χιτῶνα καὶ σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση μεταβαίνει στὴν ἀριστερὴ -δυτικὴ ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Σελινοῦντα, ὅπου ἱδρύει τὴν μονὴ «Ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων», γνωστὴ σήμερα ὡς Μονὴ Πεπελενίτσης. Ἐκεῖ ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου τελειώνει εἰρηνικὰ τὸν βίο της.
Εἶναι σημαντικὸ αὐτό, διότι ἡ Θεοδώρα, ἡ μητέρα τοῦ ἁγίου Λεοντίου, ποὺ εἶχε νυμφευθεῖ τὸν Ἀνδρέα Μαμωνᾶ, φαίνεται ὅτι ἦταν θυγατέρα τοῦ αὐτοκράτορα Ἀνδρονίκου Δ´ τοῦ Παλαιολόγου. Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο ἴσως ὁ Ἀνδρέας Μαμωνᾶς διωρίσθη γενικὸς διοικητὴς ὁλόκληρης τῆς Πελοποννήσου. Ἑπομένως τὸ γεγονὸς ὅτι μιὰ πριγκίπισσα καὶ σύζυγος ἑνός μεγαλοαξιωματούχου νὰ καταλήγει μοναχή, δείχνει τὴν βαθειὰ πίστη ποὺ ήταν ριζωμένη στοὺς γονεῖς τοῦ ὁσίου καὶ ἡ ὁποία μεταδόθηκε στὸν μετέπειτα ἅγιο υἱό τους.
Σύγχρονη φορητὴ εἰκόνα τοῦ Ὁσίου Λεοντίου
Μετὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς μητέρας του ὁ Λέων, ἔχει διακαῆ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἱκανοποιήσει τὸ μεγάλο πόθο τῆς ζωῆς του, δηλαδὴ νὰ μονάσει. Πείθει λοιπόν τὴν σύζυγό του νὰ μείνει στὸ σπίτι τους γιὰ τὴν φροντίδα τῶν παιδιῶν τους, καὶ ἐκεῖνος ἀναχωρεῖ περὶ τὸ 1410 ἀρνούμενος τὰ πάντα γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ καὶ νὰ ὑποταχθεῖ ὁλοκληρωτικὰ σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ ἀποτελοῦσε τὸν Νυμφίον τῆς ψυχῆς του[7].
Ἦταν τότε σχεδὸν τριαντατριῶν ἐτῶν. Ὥριμος καὶ μὲ συνειδητὴ τὴν ἀπόφασή του παίρνει τὸ δρόμο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀφοῦ ἀπαρνήθηκε τὰ πάντα γιὰ νὰ δοθεῖ στὸ Χριστὸ καὶ νὰ πραγματοποιήσει τὸ μεγάλο ὄνειρο τῆς ζωῆς καὶ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς του. Δὲν τὸν πτοοῦν οἱ κακουχίες τῆς δύσκολης μοναχικῆς ζωῆς, οὔτε τὸν ἐμποδίζει ἡ ἀριστοκρατική του καταγωγὴ καὶ ἡ συγγένειά του μὲ τοὺς Παλαιολόγους. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὑπερνικᾶ ἡ ἀγάπη του στὸ Χριστό.
Ἐνδύεται τὸ μοναχικὸ σχῆμα, λαμβάνει τὸ ὄνομα Λεόντιος καὶ παραμένει κοντὰ στὸν μοναχὸ Γέροντα Μεννίδη γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ στὴν ταπείνωση, τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ἀκτημοσύνη. Ἐργάζεται τὰς ἁγίας ἐντολάς, καθαίρει τὰ πάθη του, ἐξαγνίζει τὸ σῶμα του, φωτίζει τὸ νοῦ του καὶ γρήγορα γίνεται καθαρὸν δοχεῖον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἐχει καὶ ὁ Λεόντιος τὸ μεγάλο ὄνειρο νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ ἀποτελεσματικότερα στὴν ἀρετή. Ἀναχωρεῖ γιὰ ἐκεῖ, ὅπου ἐπιδίδεται εἰς μεγαλυτέρους πνευματικοὺς ἀγῶνες, πλησίον ἡγιασμένων καὶ ἀγωνιστῶν γερόντων.
Τὸ Ἅγιον Ὄρος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχε καθιερωθεῖ εἰς τὴν συνεἰδησιν ὅλων, διότι πλησίαζε τὰ πεντακόσια χρόνια ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του καὶ εἶχε μέχρι τότε ἀναδείξει σημαντικὲς μορφὲς ἐναρέτων μοναχῶν. Ἐθεωρεῖτο ἔκτοτε τὸ ἐργαστήριο τῆς μοναχικῆς ἀσκήσεως καὶ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων καὶ ἔτσι κάθε φωτισμένος μοναχὸς ἐπιζητοῦσε νὰ φθάσει ἐκεῖ γιὰ τὴν πνευματικὴ ἐνίσχυση καὶ τὴν ἀνατροφοδότησή του στὰ θέματα τῆς πίστεως. Ἔμαθε ἐκεῖ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὸ μοναχισμὸ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ἕτοιμο γιὰ νὰ φύγει σὲ δικό του ἀσκητήριο.

Ὁ Ὅσιος στὴν Ἀχαΐα

Ἡ εἴσοδος τῆς παλαιᾶς Μονῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου
Ἀφοῦ ἔζησε γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἀνδρώθηκε στὴν ἀρετή, ἀναχωρεῖ διὰ τὴν Πελόπόννησον καὶ ἀναζητεῖ προσευχόμενος τόπον ἀσκήσεως. Ὁ Θεός εἰσήκουσε τὴν προσευχή του «διὸ καὶ ἀπεκαλύφθη αὐτῷ», σημειώνει ὁ συγγραφέας τοῦ συναξαρίου του (παρατίθεται στὴν ἀκολουθία του), «ἀφικέσθαι ἐπὶ τὰ βόρεια εἰς τὸ ὄρος τὸ λεγόμενον Κλωκὸν τοῦ Γέροντος, ἄνωθεν Αἰγίου τῆς κοινολέκτου Βοστίτζας». Ὕστερα ἀπὸ τὸ ὅραμα αὐτό, περί τὸ 1415-1420, ἦλθε ὁ Λεόντιος γιὰ νὰ μονάσει στὸν Κλωκὸ καὶ συγκεκριμένα στὴν θέση, ὅπου σήμερα βρίσκεται τὸ παλαιομονάστηρο.
Ὁ βράχος τοῦ Κλωκοῦ ἀπότομος καὶ ἀπρόσιτος, θύμιζε λίγο τὰ Κατουνάκια τοῦ Ἄθωνος, μὲ ἄγρια καὶ ἀφιλόξενη φύση προκαλοῦσε ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ δέος καὶ τὸ φόβο. Στὴν βάση τοῦ βράχου αὐτοῦ ὑπάρχει ἕνα φυσικὸ κοίλωμα, μιὰ σπηλιά. Ἐκεῖ ἐγκαθίσταται ὁ Ὅσιος καὶ ἀμέσως προσελκύει πολλοὺς μαθητές, ποὺ σπεύδουν κοντὰ στὸν γέροντα γιὰ νὰ μονάσουν. Ἔτσι δημιουργεῖται μιὰ χορεία ἀδελφῶν μοναχῶν.
Ὡς μαγνήτης εἵλκυσεν πρός αὐτόν «τοὺς ἀκούοντας τῶν μελισταγῶν διδαχῶν του». Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ποὺ οἱ Τοῦρκοι προήλαυναν καὶ κατακτοῦσαν τὴν μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη τὶς ἑλλαδικὲς περιοχές, ἀλλὰ καὶ κυρίως ἀμέσως μετὰ τὴν Ἅλωση, οἱ μονὲς ἦσαν τὰ ἀξιοσέβαστα προσκυνήματα καὶ καταφύγια τοῦ λαοῦ. Εὐσεβεῖς καὶ πιστοὶ χριστιανοὶ κατέφευγαν ἀθρόα στὰ μοναστήρια γιὰ νὰ ἀσκήσουν τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή τους, ἀλλὰ καὶ νὰ καλλιεργήσουν τὸ πνεῦμα καὶ νὰ μορφωθοῦν, ἀφοῦ τὰ μοναστήρια ἦσαν ταυτοχρόνως καὶ ἔξοχα ἐκπαιδευτήρια.
Τὰ «Ἄχραντα Πάθη τοῦ Κυρίου»
Τὸ Συναξάριον ἀναφέρει ὅτι οἱ Δεσπότες τοῦ Μορέως Θωμᾶς καὶ Δημήτριος Παλαιολόγοι, ἀδελφοὶ τῶν βασιλέων Ἰωάννου Η´ καὶ Κωνσταντίνου ΙΑ´, ποὺ συνεδέοντο με συγγενικὸν δεσμὸν μὲ τὸν Ὅσιο, ἐκτιμήσαντες τὴν εὐσέβειάν του, ἔκτισαν, εἰς τὸ μέρος ὅπου ἀσκήτευε, ναὸν τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ καὶ μονήν, δωρήσαντες εἰς αὐτὴν λείψανα ἁγίων καὶ κυρίως μέρη τῶν φρικτῶν καὶ ἀχράντων παθῶν τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ μέρος ἀπὸ τὸν Τίμιον Σταυρόν, τὸν Ἀκάνθινον Στέφανον, τὸν Σπόγγον καὶ τὴν χλαμύδα τοῦ Κυρίου μας, καθὼς καὶ μέρος τῆς πλεξῖδος τοῦ Τιμίου Προδρόμου «...πρὸς ἁγιασμὸν καὶ μέρη τῶν Ἁγίων Παθῶν τοῦ Σωτῆρος... ἃ ἔφερον τῇ ἱερᾷ τραπέζῃ ἐπιτίθενται» σημειώνει τὸ Συναξάριον.
Φρόντισαν ἀκόμη οἱ συγγενεῖς του Παλαιολόγοι νὰ ἀνακαινισθεῖ ὁ προϋπάρχων ναὸς τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ καὶ ἀπὸ τότε πῆρε τὸ ὄνομα «Μοναστήρι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ». Γύρω ἀπὸ τὸ χῶρο θὰ οἰκοδομηθοῦν καὶ ἄλλα οἰκοδομήματα μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, τῶν ὁποίων τὰ ἐρείπια σώζονται ἀκόμα καὶ σήμερα. Στὸ μοναστήρι παραχωρήθηκαν πολλὰ κτήματα, ἐνῶ παράλληλα κατασκευάσθηκε καὶ ὑδραγωγεῖο γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς μονῆς· οἱ Παλαιολόγοι βεβαίωσαν τὶς παροχὲς μὲ ἐπίσημα ἔγγραφα ποὺ δυστυχῶς δὲν σώθηκαν ἕως σήμερα.

Ἡ κοίμησις τοῦ Ὁσίου

Τροῦλλος τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ στὸ Παλαιομονάστηρο
Ἀφοῦ ὁ Ὅσιος ἔζησε 75 ἔτη ἐκοιμήθη στὴν κτητορικὴ μονή του στὶς 11 Δεκεμβρίου τοῦ 1452, ἕξι μόλις μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη καταστροφὴ τῆς Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ τάφος του σώζεται εἰς τὸ παλαιὸν ἐρημητήριόν του. «Τὸ δὲ τίμιον αὐτοῦ λείψανον, ἐν ᾧ καὶ ζῶν ἠγωνίζετο, κατετέθη ἐν σπηλαίῳ, ἀεὶ βρύον ἰάματα τοῖς μετὰ πίστεως αὐτῷ προστρέχουσι».
Ἡ εὐγενική του καταγωγή, οἱ λαμπρὲς φιλοσοφικὲς σπουδές του, ἡ δόξα ἀπὸ τὴν ἐπιφανὴ καταγωγή του, τὰ πλούτη, ἀκόμα καὶ οἱ οἰκογενειακές του ὑποχρεώσεις δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸ Χριστό. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν τὰ μέσα καὶ τὰ ὄργανα γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθεῖ ὁ μεγάλος σκοπός του.
Ἤδη ἀπὸ λίγο μόνον καιρὸ μετὰ τὴν κοίμησή του, ἡ ἐκκλησία τιμώντας τὴν ἁγία ζωή του, τὸν κατέταξε μεταξὺ τῶν ἁγίων της. Ἕνας ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους μαθητές τοῦ Ἁγίου, ὁ πρόεδρος (=ἐπίσκοπος) Παλαιῶν Πατρῶν Ἰωακείμ, θαυμαστὴς καὶ μιμητὴς τοῦ ἁγίου, παρακάλεσε τὸ συγγραφέα τῆς ἀκολουθίας του καὶ τοῦ συναξαρίου, πιθανῶς τὸν Γεώργιο (Γεννάδιο) Σχολάριο, νὰ ἐξυμνήσει καὶ νὰ ἐγκωμιάσει τὸν ὅσιο Λεόντιο.
Τμῆμα τῆς λάρνακας μὲ τὰ ἱερὰ λείψανα
Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια, ὁ ἐπίσκοπος Πατρῶν Ἰωακεὶμ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, γιὰ νὰ προβεῖ στὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ δασκάλου καὶ πνευματικοῦ του πατέρα· δυστυχῶς αὐτὸ δὲν πραγματοποιήθηκε ἐξαιτίας φοβεροῦ σεισμοῦ, «...σεισμοῦ γενομένου καὶ τοῦ ἄνδρου διασχισθέντος, μηδαμῶς τῇ σορῷ ἴσχυσαν, ἐπὶ τῷ παραδόξῳ ἐκπλαγέντες», προσθέτει τὸ συναξάριον· τὸ γεγονὸς θεωρήθηκε θεῖο σημάδι καὶ ἡ ἀνακομιδὴ ἀναβλήθηκε γιὰ εὐθετότερο χρόνο.
Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1820, ὅταν ἡγούμενος ἦτο ὁ Σάββας Βερσοβίτης, ὅταν οἱ κίνδυνοι ἀπὸ τὴν στυγνὴ τουρκοκρατία διαφαινόταν ὅτι ἔβαιναν πρός τὸ τέλος τους, ἔγινε μὲ τιμὲς καὶ μεγαλοπρέπεια ἡ μετακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ὁσίου Λεοντίου ἀπὸ τὸ παλαιὸ ἐρειπωμένο πλέον μοναστήρι, στὸ νέο τῶν Ταξιαρχῶν καὶ μέσα σὲ καλλιτεχνικὴ ἀργυρῆ λάρνακα φυλάσσονται σήμερα τὰ λείψανα τοῦ κτήτορος τῆς Μονῆς, Ὁσίου Λεοντίου, ἀποτελώντας γι᾿ αὐτὴν θησαυρὸ πολύτιμο.

Τὸ Παλαιομονάστηρο

Ἡ βόρεια κόγχη τοῦ βήματος στὸν Ναὸ τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ
Εἰς τὴν παλαιὰν μονὴν τοῦ Ὁσίου Λεοντίου ὑπάρχει σήμερα περίβολος, ὅπου ὁ Βυζαντινὸς ναὸς τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, καὶ πλησίον του μικρὸς Ναὸς μὲ ὡραῖον τροῦλλον, τῆς περιόδου τῶν Παλαιολόγων. Οἱ τοιχογραφίες τοῦ Ναοῦ τῶν Ἀρχαγγέλων εἶναι τοῦ ΙΣΤ´ αἰῶνος. Ἀνεβαίνει ὁ προσκυνητὴς μιὰ πέτρινη κλίμακα μὲ 51 σκαλοπάτια ἀπὸ πωρόλιθο στὴν σκήτη τοῦ ὁσίου, ὅπου ὑπάρχει μικρὸς ναὸς τῆς Ἀναστάσεως, ὁ ὁποῖος εἶχε κτισθεῖ ἀπὸ τὸν Λεόντιο μὲ ἡμικατεστραμμένες τοιχογραφίες τοῦ ΙΣΤ´ αιῶνος.
Λίγο πιὸ πάνω εἶναι ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου. Ὑπεράνω ἀριστερὰ τοῦ τοίχου φαίνεται ἕνας σταυρὸς μέσα σὲ πέτρινο πλαίσιο, ποὺ φέρει δυσανάγνωστη χρονολογία. Ὁ σταυρὸς αὐτὸς μὲ τὴν χρονολογία εἶναι δεῖγμα βυζαντινό. Στὸν τοῖχο τῆς πύλης διακρίνεται ἁψίδα μὲ δύο ὡραίους κίονες καὶ λίγο ἀπὸ πάνω ἀνάγλυφο ἀπὸ μάρμαρο ποὺ παρίστανε ἕνα ἀμνὸ φέροντα σταυρό, στοιχεῖα ποὺ -κατὰ τὸν καθηγητὴ Λῖνο Πολίτη- ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ μονὴ τοῦ ὁσίου Λεοντίου ἐκτίσθη ὄντως κατὰ τὴν Βυζαντινὴ περίοδο ἐπὶ Παλαιολόγων.
Ἡ κλίμακα πρὸς τὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου
Οἱ περιπέτειες τῆς μονῆς ἀρχίζουν ἀμέσως μετὰ τὴν ἅλωση του 1453. Ἡ πάλη τῶν Ἐνετῶν καὶ τῶν Τούρκων γιὰ ἐπικράτηση στὸ χῶρο τῆς Πελοποννήσου, οἱ ἐπιθέσεις τῶν τουρκαλβανῶν, φθάνουν καὶ στὸ μοναστήρι. Γιὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ 1500 μᾶς πληροφορεῖ κώδικας τῆς μονῆς Διονυσίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. «...ἐν ἔτει ζηω´ (1500) ἐπῆραν αὐτοὶ (οἱ Τοῦρκοι) τὴν Μοθωκορώνην, Αὐγούστου 9. Τὸ αὐτὸ ἔτος ἔγινε ὁ ἐμπρησμὸς τοῦ Μοναστηρίου τοῦ Μεγάλου Ταξιάρχου, ἤγουν τοῦ Γέροντος, τὸ ἐπάνω τῆς Βοστίτζας ἐν τῷ ὄρει τοῦ Κλοκοῦ κείμενον Αὐγούστου ιε´».
Ἡ Μονὴ τοῦ Λεοντίου ἐπανεκτίσθη, ἀλλὰ ἐπὶ πατριαρχείας Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως τοῦ Α´ κατεστράφη ἐξαιτίας νέας ἐπιδρομῆς. Τὸ σιγίλλιον τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου τοῦ Ε´ τοῦ 1749 γράφει σχετικά: «...ἐπὶ τῶν ἠμερῶν τοῦ ἀοιδίμου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κυρ. Κυρίλλου τοῦ παλαιοῦ, ὅτε καὶ πυρίκαυστον γεγονός δι᾿ ἐπηρείας τοῦ μισοκάλλου καὶ ἐξαφανισθὲν ἄρδην, οἱ ἐν αὐτῷ ἀσκούμενοι πατέρες ἀνήγειραν καὶ ἀνῳκοδόμησαν αὐτό, καὶ εἰς ἣν ὁρᾶται κατάστασιν θείᾳ συνάρσει παρήγαγον, ἀνανεώσαντες καὶ τὴν ἀρχαίαν αὐτῷ σταυροπηγιακὴν ἀξίαν τε καὶ ἐλευθερίαν...».
Μετὰ τὴν καταστροφή, τὴν ὁποία ἀναφέρει τὸ σιγίλλιον, οἱ μοναχοὶ ἐγκατέλειψαν τὸ μοναστήρι τοῦ Γέροντα καὶ ἵδρυσαν στὶς ἀρχὲς τοῦ ΙΖ´ αἰῶνος τὸ κάτω μοναστήρι, τὸ σημερινὸ τῶν Ταξιαρχῶν. Τὸ «παλαιομονάστηρο» μετὰ ἀπὸ πρόχειρη ἐπισκευή, πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνταν ὡς καταφύγιο σὲ ὥρα κινδύνου.

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016



Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ

00094.MTS_000023320
Η εκκλησία  ο Άγιος Νικόλας  και ο νερόμυλος
του μοναστηριού(Ιερά Μονή Ταξιαρχών). Τον μύλο τα τελευταία χρόνια τον δούλευε  ο Νίκος  ο Μπακής μέχρι και την δεκαετία του 1960.
Η περιγραφή ανήκει στον Γιώργο Γιαννοπουλο
Μελίσσια Αιγιαλείας 14-6-2015.

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου στα Μελίσσια

Ο Ιερός ναός του Αγίου Γεωργίου στα Μελίσσια Αιγιαλείας
Η πανέμορφη πέτρινη εκκλησιά του Αη Γιώργη , Πολιούχου του χωριού μας, χτίστηκε την περίοδο 1930-1934 πάνω στα ερείπια της ομώνυμος μικρής εκκλησίτσας που είχε χτιστεί το 1709 και έχει σε σχήμα σταυρού. Το 1995 ο μεγάλος ισχυρός και καταστρεπτικός σεισμός προξένησε μεγάλες ζημιές συθέμελα.   Ομως με δάνειο που εξασφάλισε η εκκλησιαστική επιτροπή και με προσφορές των κατοίκων,σε χρήμα και προσφορά εργασίας τεχνιτών του χωριού οι ζημιές αποκαταστάθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα και μετά έγινε πλήρης και υπέροχη αγιογράφηση του Ναού στην οποία συνέβαλαν με μεγάλη προθυμία οι απανταχού Μελισσιώτες (εντός και εκτός χωριού κατοικούντες)  και σήμερα ο Ναός στον οποίο Τιμάται με μεγαλοπρέπεια ο Προστάτης και Τροπαιοφόρος Άγιος Γεώργιος,  αποτελεί κόσμημα για το χωριό μας.