Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Tουρκέψαμε…!!!!


Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός

Δάσκαλος, Κιλκίς

Τις προάλλες, Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου, το κοπροκανάλι, που, όπως βαυκαλίζεται, «απευθύνεται στο νεανικό κοινό», πρόβαλλε μια κινηματογραφική ταινία με τίτλο «το αστέρι του Βορρά». Σύμφωνα με την σχετική ένδειξη ήταν κατάλληλο για όλους. Η πλοκή του έργου; Τίποτε παραπάνω από τις γνωστές, κρανιοκενείς, αμερικανικές αηδίες. Ανισόρροπες, επιστημονικές φαντασίες, με καταιγισμό εικόνων και δράσης. Προφανώς πολλοί γονείς, εμπιστευόμενοι την ένδειξη καταλληλότητος, επέτρεψαν στα παιδιά τους να το παρακολουθήσουν.

Ίσως, όμως, δεν αντιλήφθηκαν πως πρωταγωνιστές, εκτός από ανθρώπους, ήταν και… δαιμόνια. Έτσι ακριβώς. Κάθε άνθρωπος συνοδευόταν στο έργο, ως αναπόσπαστο θα λέγαμε μέρος του εαυτού του, από ένα δαιμόνιο με μορφή ζώου. Το δε δαιμόνιο του «αρχηγού των κακών» ήταν ένα φίδι («ο αρχέκακος όφις»).

Το σχέδιο καλοστημένο. Η ρυπογόνος «Νέα Εποχή» μαγαρίζει αθώες παιδικές ψυχές, χρησιμοποιώντας ως καρυκεύματα αποκοίμησης των γονέων, μεθόδους και μέσα που δεν προκαλούν υποψίες: παιδική λογοτεχνία, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά προγράμματα, παιχνίδια και, τα τελευταία χρόνια, και αυτό το σχολείο μέσω των επικίνδυνων βιβλίων. Στο βιβλίο, για παράδειγμα της «Θεατρικής Αγωγής», το οποίο διανέμεται στην Ε’ και Στ’ τάξεις του δημοτικού, στην σελίδα 81, οι μαθητές καλούνται να υποδυθούν το δαιμόνιο. (Όλο αυτό το ευφημιστικώς λεγόμενο σχολικό βιβλίο, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εγχειρίδιο μαγείας. Η ορολογία του παραπέμπει σε τεχνικές της γιόγκας και λοιπών αναθυμιάσεων της Ανατολής. Πρωταγωνιστής είναι ένας «Μάγος της Σκηνής, ο μεγάλος μας φίλος, ο δάσκαλος μας» καταπώς αναγράφεται στο εισαγωγικό κείμενο).

Μία από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι και ο εγκλωβισμός, τρόπον τινά, της οικογένειας στο κάστρο της, στο σπίτι. Ουδέν κακόν θα αντιτείνει κάποιος. Καιρός να συμμαζευτούμε. Συμφωνώ. Πώς όμως αξιοποιεί η οικογένεια τον ελεύθερο χρόνο της; Παρακολουθώντας τα φωτογενή περιττώματα που εκπέμπει η τηλεόραση. Στο σπίτι δεσπόζει ο «τρίτος γονέας», όπως προσφυώς ονομάστηκε η τηλοψία. Τι εισπνέει σήμερα η ελληνική οικογένεια μέσω του εκχαυνωτικού μέσου; Σήψη, εκφυλισμό, κτηνωδία και… εκτουρκισμό. Ό,τι δεν μπόρεσε να πετύχει η τουρκική θηρωδία και σκλαβιά 400 και 500 χρόνια, το κατορθώνει «ανεπαισθήτως» με την ύπουλη τηλεοπτική προπαγάνδα. Ανέλαβαν εργολαβικά οι τηλεχαβούζες να εξωραϊσουν την Τουρκιά, ώστε να βρεθεί, εν ευθέτω χρόνω, η γενιά των γενίτσαρωνπου θα αποδεχτεί τις ονειροφαντασίες του νεοοθωμανισμού.

Το 1994, ο σεβαστός π. Θεόδωρος Ζήσης εξέδωσε ένα εξαιρετικό βιβλίο με τίτλο: «Φραγκέψαμε» και υπότιτλο «η ευρωπαϊκή μας αιχμαλωσία». Στην σελίδα 79 διαβάζουμε: «Τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους ανεξαρτησία ή την υλική τους ευμάρεια, αλλά όταν χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, την γλώσσα και την θρησκεία τους».

Ακριβώς. Χάσαμε την πολιτιστική μας αυτοσυνειδησία, φραγκέψαμε,γίναμε Λεβαντίνοι, ξεπουλήσαμε τιμημένα πρωτοτόκια, αντί πινακίου «φράγκικης φακής», σάπιας και μουχλιασμένης. Και όπως διδάσκει η Ιστορία ο φραγκολεβαντίνος – που έχει το αίμα δέκα εθνών και την ψυχή κανενός – εύκολα τουρκεύει. Είναι γνωστό ότι τις παραμονές της αλώσεως της Πόλης, ορισμένοι άρχοντες του ψυχορραγούντος κράτους, αντιδρούσαν σε κάθε σκέψη ενώσεως με την παπική Ρώμη, έστω κι αν έμενε εκτεθειμένη η Πόλη στην επιθετική βουλιμία των Τούρκων. Πίστευαν ότι, εάν μας υπέτασσε ο φραγκοπαπισμός, θα χάναμε μαζί με την Ορθοδοξία και την ελληνικότητά μας. Η Ιστορία τους δικαίωσε περίτρανα. Όπως γράφουν οι σύγχρονοι της Επαναστάσεως του ’21 ιστορικοί Ιωάννης Φιλήμων και Σπυρίδων Τρικούπης, αρκετοί Έλληνες παπικοί που κατοικούσαν στα νησιά των Κυκλάδων, έδειξαν τότε ανάρμοστη εθνική συμπεριφορά. «Πολύ ολίγοι εφάνησαν Έλληνες», γράφει ο Τρικούπης, μερικοί μάλιστα είχαν «και μυστικάς σχέσεις προς τους εχθρούς του έθνους, τους Τούρκους». Ο δε Φιλήμων σημειώνει ότι «την ώραν κατά την οποίαν το ελληνικόν άπαν κατά τε την Ευρώπην και την Ασίαν ηγωνίζετο, προσφερόμενον θυσία υπέρ της κοινής πατρίδος, η διαγωγή των εν ταις νήσοις Ελλήνων του δυτικού δόγματος παρουσιάζει επονείδιστον και αποτρόπαιον στίγμα». Υπενθυμίζω και την αειθαλή και αγέρωχη απάντηση του μαρτυρικού Πατριάρχη του Γένους, Κύριλλου Λούκαρη, στους δυτικούς (περί το 1600), οι οποίοι μας εγκαλούσαν διότι απωλέσαμε την «εξωτέραν σοφίαν». «Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες…». Τώρα που το Ισλάμ διέβη τα τείχη της Βιέννης, πληθαίνουν οι μιναρέδες στα Παρίσια και στις Λόντρες.

Έγραφα στον πρόλογο για τα τηλεσκύβαλα με τα δαιμόνια. Αν γυρίσεις κανάλια τι θα δεις και τι θα ακούσεις; Βρικόλακες-σουλτάνοι της Τουρκιάς που έπιναν το αίμα του Γένους μας, αγάδες και «μεμέτια» να αλληλοσπαράσσονται, την γλώσσα, την αχώνευτη, που κάποτε ξεκλήριζε ρωμαίϊκα σπιτικά. Και τα κοπρόσκυλα, οι κερδέμποροι του θεάματος, να τρίβουν τα χέρια τους για την απρόσμενη τηλεθέαση. Τουρκέψαμε, προδίδουμε την πάλαι ποτέ «μεγαλόψυχη στον πόνο κα στη δόξα» μάνα μας, την πατρίδα.

Για τους επιλήσμονες των παθών του λαού μας από τους Τούρκους, παραθέτω μία μαρτυρία που περιέχεται στο βιβλίο «Οι τουρκικές ωμότητες στην Κύπρο» του Π.Σ. Μαχλουζαρίδη. Γράφτηκε στην Λευκωσία το 1974-75 και καταγράφει καταθέσεις θυμάτων της εισβολής, που λήφθηκαν από την Κυπριακή Αστυνομία και το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων.

«Σ’ ένα χωριό που έπεσε στα χέρια των Τούρκων εισβολέων, κατοικούσε για πολλά χρόνια ένα ανδρόγυνο με 8 παιδιά, όλοι παντρεμένοι, που ζούσανε εκτός του χωριού. Ο άντρας ήταν 74 χρόνων και η γυναίκα του 71 χρόνων. Κατά τον δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής, οι περισσότεροι χωριανοί έφυγαν και παραμείνανε μόνο λίγοι «γέροι τζιαί κοτζιάκαρες». Αυτοί έκαναν την σκέψη ότι, αφού ήταν τόσο προχωρημένοι στην ηλικία, δεν διατρέχανε κανένα κίνδυνο αναφορικά με την τιμή τους. Και αφού νιώθανε πως βαθιές ήτανε οι ρίζες τους στον τόπο που τους γέννησε και τους ανάθρεψε, στην γη, που πότισαν με τον ιδρώτα τους κι αυτή σαν ανταμοιβή τους γεννοβόλησε και τους πρόσφερε τα αγαθά της, πήραν την απόφαση να μείνουν. Το μετάνιωσαν όμως, γιατί οι προβλέψεις τους δεν βγήκαν σωστές.  Ο74χρονος γέρος  με πολλή πικρία διηγείται το πάθημά του: «Μόλις νύχτωσε και έφυγαν οι στρατιώτες, έπιασαν την γυναίκα μου και από τα χωράφια επεστρέψαμε στο… (χωριό). Πήγαμε στο σπίτι μου, είδαμε την γερημιά και εφύγαμε. Πήγαμε στο σπίτι της κουμέρας μου Α.Γ., όπου μείναμε 5 μέρες, και μετά ήρταν τρεις Τούρκοι στρατιώτες εκ Τουρκίας με όπλα, ήταν ηλικίας περίπου 22 χρόνων, όπου εμένα και την κουμέρα μου μας κλείσανε σε μία κάμαρη και ο ένας στρατιώτης εγλεπέν μας με τ’ όπλο. Μετά λίγην ώραν έφυγαν και οι τρεις Τούρκοι, όπου η γυναίκα μου μου είπε ότι οι δύο Τούρκοι εβάλαν την με το ζόρι χαμαί πάνω στο κριθάρι, όπου ο ένας εκράταν την και ο άλλος την επείραξεν, δηλ. την εβίασεν· το ίδιον εκάμαν κι οι δύο, δηλ. την επείραξεν ο ένας μετά τον άλλον. Κατά το δείλις περίπου· ήρταν πάλιν τρεις, ο ένας εκ των οποίων ήταν από αυτούς που ήτο το πρωί, όπου εσπρώξαν την γυναίκα μου μέσα στην κάμαρην και εμπήκεν ένας μαζί της και εβάδωσε την πόρτα· μετά από λίγον έφυγαν κι η γυναίκα μου μου είπεν ότι την έπιασε με το ζόρι και την εβίασε. Μετά από αυτό το ρεζιλίκι εφύγαμε πεζοί κι οι τρεις, δηλ. εγώ, η γυναίκα μου και η κουμέρα μου, για να πάμε στην… (χωριό).

Η εξιστόρηση από την παθούσα είναι ακόμη πιο δραματική. Εκτός του ότι βεβαιώνει τα όσα κατέθεσε ο άντρας της, η αφήγησή της, σε γλώσσα με κυπριακούς ιδιωματισμούς, δημιουργεί ανατριχίλα και αποτροπιασμό για τις αισχρότητες, την βδελυρότητα και την ανήκουστη συμπεριφορά προς μία γριά, που όπως λέγει και η κυπριακή θυμοσοφία, «το ‘ναν την πόδιν ήταν στην γην και τ’ άλλον στον Άδην». Στο σημείο αυτό κλήθηκε η γριά μαυροντυμένη με το μαντήλι της κεφαλής της κατεβασμένο χαμηλά, για να σκεπάζη ολόκληρο σχεδόν το πρόσωπό της. Κάτωχρη και ταλαιπωρημένη, με εμφανή τα ίχνη της ντροπής και τον φόβο για τα τότο αισχρά, που θα είχε να εξιστορήση, πλησίασε τον Εισαγγελέα και παρακλητικά κάτι του ψιθύρισε στ’ αυτί. Ακολούθησαν μερικές στιγμές και ο Εισαγγελέας απευθυνόμενος προς τους λοιπούς παρισταμένους υπέβαλε τη θερμή παράκληση της μάρτυρος να της επιτραπή να μη επαναλάβη τα όσα της συνέβησαν, γιατί αισθανόταν ντροπή και καταισχύνη». (σελ. 70).

Η ατιμασμένη από τους Τούρκους εισβολείς, γερόντισσα, σήμερα δεν ζει. Ο τάφος και ο φιλεύσπλαχνος Δημιουργός έσβησαν την καταισχύνη της. Εμείς όμως «φιλοξενούμε» αδιάντροπα νυχθημερόν στα σπίτια μας τα έκγονα των κτηνανθρώπων…

Γράψτε ένα σχόλιο

“Καταβάλλεται προσπάθεια να αποβληθεί από τη ζωή μας κάθε τι που θυμίζει τον Θεό” Μητροπολίτης κ. Νικόλαος Χατζηνικολάου

1

Ήδη βρισκόμαστε στην περίοδο του Δεκαπενταυγούστου και καθώς καθημερινά ψάλλουμε τους κανόνες της Παρακλήσεως στην Παναγία μας, ο πόνος και η ελπίδα εναλλάσσονται στην καρδιά μας. Η θλίψη και η αίσθηση του αδιεξόδου για τα γήινα, τα καθημερινά αλλά και τα κοινωνικά και εθνικά μας θέματα, όταν δεν τα απωθούμε, κυριολεκτικά μας πνίγουν.
Φθάσαμε σε μία κατάσταση όπου οι διαχειριστές της ζωής και της ιστορίας μας μας έχουν απογοητεύσει. Το μόνο που καταφέρνουν να κάνουν είναι να καταργούν τη λογική, να ξερριζώνουν κάθε στοιχείο της επιβίωσής μας και να ξηλώνουν κάθε κλωστή από το κέντημα του πολιτισμού και των αξιών μας.
Η παιδεία έχει συστηματικά απογυμνωθεί από την παράδοση και τις αξίες της ιστορίας και του πολιτισμού μας. Η οικογένεια δέχεται και αυτή νομοθετικά χτυπήματα που απεργάζονται τη διάλυσή της. Η πολυτεκνία φορολογείται, η πίστη περιθωριοποείται, η ελευθερία καταργείται.

Καί τώρα τελευταία, κάποιοι αποφάσισαν να φορολογήσουν και τον Θεό που αυτοί φαίνεται πως δεν πιστεύουν, αλλά στον Οποίο και μόνον Αυτόν εμείς ελπίζουμε. Τα πάντα ερμηνεύονται με οικονομικές παραμέτρους, ακόμη και οι τελευταίες εναπομείνασες πνευματικές μας σταθερές.
Μόλις πριν από λίγες μέρες, παρά τις κραυγές αγωνίας της Ιεράς Συνόδου και αρκετών Μητροπολιτών, αγνοώντας και τις διαμαρτυρίες των συνδικάτων των εργαζομένων, τελικά κατάφεραν νομοθετικά να αποδυναμώσουν και την από αιώνων και από Θεού καθιερωμένη αργία της Κυριακής. Η πράξη αυτή χτυπάει και την ψυχή και την φύση μας και τις κοινωνικές αντοχές μας. Μας απομυζούν τον χρόνο του Θεού, τον χρόνο της ανάπαυσης, και μας στερούν τον χρόνο να ζήσουμε λίγες στιγμές μαζί ως οικογένεια. Ο κατήφορος, αγαπητοί μου, φαίνεται πως δεν έχει τελειωμό. Ούτε και ο παραλογισμός όρια. «Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι».
Ήδη φτιάχνεται ένας λαός που ενοχλείται από την θέα των ναών και τους ήχους των καμπανών. Οι αγιασμοί και οι ευλογίες περιορίζονται. Το μάθημα των θρησκευτικών είτε διαστρέφεται είτε αποβάλλεται από την εκπαίδευση των παιδιών ως ανεπιθύμητο. Μέχρι σήμερα, οι γιορτές μας όλες είναι θρησκευτικές, εκκλησιαστικές. Θα μας τις αλλάξουν. Καταβάλλεται προσπάθεια να αποβληθεί από τη ζωή μας κάθε τι που θυμίζει τον Θεό. Καί το όνομά Του ενοχλεί. Αυτό εύκολα βλασφημείται και πολύ δύσκολα ομολογείται.
Το μόνο που μας μένει είναι να αφυπνισθούμε και να αντιδράσουμε. Όχι βέβαια με εμπαθείς και κοσμικούς τρόπους, ούτε πάλι για να αναχαιτίσουμε τον εγκληματικό κατήφορο. Αυτό δεν θα το καταφέρουμε. Αυτό που μας μένει και μπορούμε να καταφέρουμε είναι να κρατήσουμε τη μαγιά της πίστης και του αυτοσεβασμού μέσα μας καθαρή και τη φλόγα της ομολογίας αναμμένη.
Αυτός είναι ο λόγος που ερχόμαστε στις Παρακλήσεις. Η προσευχή μας στην Παναγία Μητέρα μας και για τα προβλήματά μας και για τη ζωή μας, κυρίως όμως για το έθνος και την πίστη μας πρέπει να βγεί και φέτος πύρινη από το βάθος της ψυχής μας. Αυτό είναι το πρώτο.
Αλλά και η απάντησή μας στην προσπάθεια κατάργησης της Κυριακής αργίας πρέπει να είναι δυναμική και πνευματική.
α. Με περισσότερο ζήλο εφ’ εξής να αγιάζουμε την Κυριακή μας. Με προθυμία, ανελλιπώς κάθε Κυριακή, να προσερχόμαστε στους ναούς μας, μάλιστα πιο νωρίς τώρα. Η κατάνυξη και η ευλάβεια, η μυστηριακή συμμετοχή, η τάξη και ευπρέπεια, είναι ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε να επιβληθούν στις ακολουθίες μας. Επίσης, η παρακολούθηση ομιλιών που καλλιεργούν και ενισχύουν την πίστη, η πνευματική μελέτη, η τόνωση του κατηχητικού έργου, η ελεημοσύνη είναι δράσεις που αγιάζουν την Κυριακή, που την καθιστούν μέρα  ξεχωρισμένη για τον Κύριο και την ψυχή μας.
 β. Όσοι έχουμε μαγαζιά δεν πρέπει επ’ ουδενί να υποχωρήσουμε στον πειρασμό να τα ανοίγουμε. Να μην το κάνετε, αδελφοί μου. Ούτε μετά την εκκλησία. Η Κυριακή είναι η ημέρα του Κυρίου. Τού αξίζει ολόκληρη. Η αργία της Κυριακής είναι ιερή. Καί να είστε σίγουροι ότι αν αυτό το κάνετε για τον Θεό, δεν θα σας αφήσει. Θα απαντήσει στη ζωή σας με σημεία και ευλογίες που δεν μπορείτε να φανταστείτε. Δοκιμάστε και θα δείτε.
γ. Κανένας από μας δεν θα πρέπει να κάνει τα ψώνια του την Κυριακή. Όπως ζήσαμε μέχρι τώρα, έτσι θα συνεχίσουμε να μη συμμετέχουμε στην ασέβεια. Η αργία καταργείται όχι μόνον από τον έμπορο αλλά και από τον πελάτη. Καί
δ. Όλοι μαζί σαν ένα σώμα θα πρέπει να στηρίξουμε τους εμπόρους που σέβονται τον Θεό και δεν παραβιάζουν την αργία της Κυριακής. Από αυτούς να ψωνίζουμε. Με τον τρόπο αυτόν, και αυτοί θα βοηθηθούν και εμάς θα ευλογήσει ο Θεός.
Τέλος, ελπίζω η κυρία αντιπεριφερειάρχης μας, γνωστή για τον σεβασμό της στα ιερά και τα αυτονόητα, να κάνει αυτό που της αναλογεί, πειθαρχώντας περισσότερο στον Θεό και τη λογική των ιερών αξιών παρά στις κομματικές επιλογές που ίσως της προτείνουν.Καλό είναι να ακούσει όχι μόνο τη φωνή των αχόρταγων καταναλωτών αλλά και τον στεναγμό των μικρών και ανίσχυρων εργαζομένων και έτσι από τα γραφεία της Περιφέρειας να βρεθεί στο κέντρο της ζωής μας. Εξ άλλου αυτό το δικαίωμα της δίνει και ο νόμος.
Ο Θεός μαζί μας και βοήθειά μας η Παναγία μας.
Μετά πατρικών ευχών,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† ῾Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής ΝΙΚΟΛΑΟΣ

“Η ελευθερία από την αμαρτία και η δουλεία στην δικαιοσύνη” Του Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 
Ιδίως στις μέρες μας το ζήτημα της ελευθερίας μάς απασχολεί πολύ. Πόσο ελεύθεροι είμαστε στην εθνική και συλλογική μας ζωή όταν άλλοι καθορίζουν, έστω και με την σύμφωνη γνώμη μας, την πορεία μας; Πόσο ελεύθεροι είμαστε στην διαπροσωπική μας ζωή, όταν οι βιοτικές μέριμνες μας κάνουν να μην έχουμε χρόνο;
Πόσο ελεύθεροι είμαστε στον εαυτό μας, όταν βλέπουμε τα πάθη μας να μας ταλαιπωρούν και να μην μπορούμε συχνά να αντιταχθούμε στον εγωισμό μας; Όταν βλέπουμε τους άλλους να μας βασανίζουν, να ενσπείρουν λογισμούς στις καρδιές μας και να μας εκμεταλλεύονται όχι για δική μας χαρά, αλλά για αποκλειστικά δική τους; Και μπορεί η ασκητική και πνευματική παράδοση της Εκκλησίας μας να συστήνει υπομονή, προσευχή και εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, κατά πόσον όμως υπάρχει η δυνατότητα εντός μας να χαράξουμε καινούριες πορείες, που θα οδηγήσουν και σε συλλογικότερες αλλαγές;
 
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η εθνική, κοινωνική και συλλογική ζωή, στο σύνολό της, ελάχιστα επηρεάζεται από τις δικές μας επιθυμίες. Υπάρχει ένας εξουσιαστικός προκαθορισμός, ο οποίος λειτουργεί δεσμευτικά. Ακόμη και κριτική να είμαστε σε θέση να κάνουμε, ακόμη κι αν μέσα μας επαναστατούμε, πάντοτε έρχεται οπίσω ημών ο ισχυρότερος ημών που αποφασίζει για μας και χρησιμοποιεί τα ποικίλα όργανα με τα οποία τον έχει πλαισιώσει το πολιτισμικό σύστημα το οποίο εξυπηρετεί την παγκόσμια πορεία και οδηγεί τα πράγματα στις κατευθύνσεις που θέλει, με προσαρμογές εκεί όπου κρίνει και όταν κρίνει ότι τα πράγματα έχουν ξεπεράσει τις αντοχές των πολλών.
Τηλεόραση, ΜΜΕ, πρόσωπα που υπηρετούν το σύστημα ποικιλοτρόπως και ολόκληρος ο μηχανισμός της αγοράς, μέσα από τον οποίο επιβιώνει ή αγωνίζεται να επιβιώσει το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, δεν επιτρέπουν μεγάλες αλλαγές. Η δουλεία μας πρέπει να θεωρείται δεδομένη, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι περισσότεροι δεν είναι σε θέση να εκτιμήσουν τα πραγματικά δεδομένα, αλλά άγονται και φέρονται από το συλλογικό εκκρεμές.
Αυτό που η Εκκλησία μας επισημαίνει είναι ότι ο άνθρωπος οφείλει να συσστρατεύεται. Αφού απελευθερωθεί από τον ζυγό της αμαρτίας σε προσωπικό επίπεδο, γιατί αυτός ο ζυγός δεν είναι μόνιμος εφόσον ο καθένας αποφασίσει να τον αποτινάξει, να αφιερώσει την ζωή του σε μιαν άλλη δουλεία, αυτή της δικαιοσύνης. Μόνο που αυτή τελικά δεν είναι δουλεία καταναγκασμού, αλλά αγώνας χαράς και ζωής, που νοηματοδοτεί την πορεία μας στον κόσμο. Ο απόστολος Παύλος επισημαίνει χαρακτηριστικά: «ελευθερω-θέντες από της αμαρτίας εδουλώθητε τη δικαιοσύνη» (Ρωμ. 6, 18). Η αμαρτία είναι συλλογικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, με αποτέλεσμα να συναντιέται και σε συλλογικό και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Όμως η μεγαλύτερη δυσκολία θεραπείας της έγκειται στο προσωπικό επίπεδο, στον εαυτό μας. Πώς να θεραπευθεί η ανελευθερία σε κοινωνικό επίπεδο, όταν επικρατεί η αμαρτία και δεν μπορεί να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη; Αν δεν αλλάξουμε εντός μας, αν δεν ανταλλάξουμε την αμαρτία με την δικαιοσύνη, τότε είναι αδύνατον να γίνει συλλογική αλλαγή. Και την ίδια στιγμή, χωρίς συσστράτευση στον αγώνα της δικαιοσύνης, ο εαυτός μας δεν μπορεί να αλλάξει.
Τι σημαίνει όμως δικαιοσύνη και πώς αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αμαρτία;
Δικαιοσύνη πρωτίστως σημαίνει ζωή. Ο άνθρωπος καλείται να υπηρετεί την ζωή. Και ζωή δεν συνεπάγεται μόνο τα ατομικά δικαιώματα του καθενός για ευτυχία, καταξίωση, χαρά, άνεση, όπως τονίζει ο πολιτισμός μας. Ζωή σημαίνει να γνωρίσουν οι άνθρωποι τον Δωρεοδότη της που είναι ο Τριαδικός Θεός. Να γνωρίσουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει χαρά και γνησιότητα αν ο άνθρωπος δεν σχετίζεται μαζί Του. Και σχέση σημαίνει υιοθεσία του ανθρώπου από το Θεό, ως εκούσια όμως επιλογή του ανθρώπου να γίνει τέκνο Θεού. Για να γίνει όμως κάποιος υιός, χρειάζεται να αναγνωρίζει το Θεό ως Πατέρα, τους συνανθρώπους του ως αδελφούς του και την ίδια στιγμή να θέλει να είναι ενταγμένος στην οικογένεια του Θεού που ονομάζουμε Εκκλησία. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται υπερνίκηση του ανθρώπινου θελήματος να προηγείται ο άνθρωπος έναντι όλων των άλλων. «Μέτρο πάντων χρημάτων άνθρωπος», έλεγαν οι σοφιστές στην αρχαία Αθήνα. «Μέτρο πάντων χρημάτων όμως είναι ο Θεός και ο πλησίον», λέει η Εκκλησία.
Ο πρώτος λόγος εξασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ζωή ως αυτάρκεια για πολλούς, γεννά όμως αδικίες, διότι η αμαρτία δεν φεύγει από τον άνθρωπο. Ο δεύτερος λόγος προϋποθέτει αγώνα και την ίδια στιγμή μπορεί να μην θεραπεύει όλες τις αδικίες, όμως προσδίδει στον άνθρωπο τη χαρά της αγάπης του Θεού, τη χαρά της υπέρβασης της μοναξιάς και την αίσθηση ότι για τον πλησίον αξίζει η θυσία, η παραίτηση από τα δικαιώματα. Κι εδώ η πνευματική ζωή της Εκκλησίας αποτελεί βάση για να μπορέσει ο άνθρωπος να υπερνικήσει το θέλημά του, να δώσει και να πάρει ζωή.
Δικαιοσύνη σημαίνει ήσυχη συνείδηση και όχι ντροπή για οτιδήποτε. Η συνείδηση είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο. Είναι η φωνή εκείνη που υπομιμνήσκει την παρουσία του ζωντανού Θεού μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Όσο κι αν η αμαρτία επιχειρεί να φιμώσει την συνείδηση, αυτή δεν νικιέται. Πάντοτε υπενθυμίζει στον άνθρωπο πού και πόσο είναι αληθινός. Γι’ αυτό και διαπιστώνουμε, ιδιαιτέρως στην εποχή μας, το ανθρώπινο ανικανοποίητο. Τις ψυχολογικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος. Τους φόβους και τις ανεπάρκειες. Γιατί ο άνθρωπος ενδόμυχα έχει έργα, λογισμούς, επιθυμίες που τον κάνουν να ντρέπεται και η συνείδησή του τον ελέγχει. Και η ντροπή έχει να κάνει τόσο με το Θεό, για την αμαρτία, όσο και με την κοινωνία, για την όποια ανομία, αλλά και για τον πλησίον, για πράξεις ή παραλείψεις στην αγάπη, όπως επίσης και για τον ίδιο του τον εαυτό, για τις ανεπάρκειες και τις αποτυχίες του, με κυριότερη την ανικανότητα της αγάπης, εξαιτίας του ευνουχισμού της καρδιάς από τις επιθυμίες και τα πάθη. Το αίσθημα της δικαιοσύνης, για το οποίο χρειάζεται πολύς αγώνας και ταπείνωση, καθώς κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί ότι τα έχει καταφέρει, αλλά η χάρις του Θεού είναι που ενισχύει και αναπληρώνει τα ελλείποντα, κινητοποιεί τον άνθρωπο, ώστε να πορεύεται κατά συνείδησιν.
Δικαιοσύνη, τέλος, σημαίνει αγιασμός. Σημαίνει επιλογή ενός στόχου εντελώς διαφορετικού από αυτόν που ο πολιτισμός μας θέτει και έχει γεμίσει τη ζωή μας με αδιέξοδα. Δεν είναι η ικανότητα για κατανάλωση, για άνεση, για ευμάρεια το κριτήριο της ευτυχίας, αλλά ο αγιασμός της ζωής και της ύπαρξης, ο στόχος δηλαδή της αγιότητας και η πρόσληψή της από τον καθέναν μας. Η σπουδή της ζωής όλων όσων προηγήθηκαν από εμάς στο δρόμο αυτό και η αίσθηση της συνέχειας. Η βίωση της χάριτος μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας. Η πρόγευση της Βασιλείας του Θεού μέσα από την αγάπη και τη συγχώρεση. Η αίσθηση ότι ο θάνατος κάθε μορφής δεν μπορεί να μας νικήσει. και την ίδια στιγμή μία δοτικότητα, τόσο στην προσευχή όσο και στην καθημερινή διακονία του πλησίον. «Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος, το δε χάρισμα του Θεού ζωή αιώνιος εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών», λέει ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 6, 23). Ο αγιασμός τελικά έγκειται στην ελευθερία από την αμαρτία και την καταξίωση όλων εκείνων των τρόπων ζωής και συμπεριφοράς που χαρακτηρίζονται από απλότητα, ομορφιά και αγάπη. Αγάπη ανοιχτή για τον καθένα και στον καθένα. Και ο αγιασμός είναι μία μυστική ζωή που δροσίζει τον άνθρωπο και κάνει και άλλους να δροσίζονται κοντά του.
Όταν ο κόσμος μιλά για δικαιοσύνη έχει στο νου του τον θεσμό, τα δικαστήρια, τους νόμους. Ή έχει στο νου του το τι είναι δίκαιο και τι είναι άδικο σε ό,τι αφορά στα ανθρώπινα πράγματα και μέτρα. Για την πίστη δικαιοσύνη σημαίνει νίκη κατά της αμαρτίας και την ίδια στιγμή ζωή υιοθετημένη από το Θεό και κατά το θέλημά Του. Ήρεμη συνείδηση και αγώνας εν ταπεινώσει προσφοράς στον πλησίον. Και αγιασμός μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Αυτή τη δικαιοσύνη, αν την επιλέξουμε και συσστρατευθούμε στον αγώνα για να την ζήσουμε, υπάρχει ελπίδα αλλαγής και στο σύνολο, στο ανθρώπινο συλλογικό, διαπροσωπικό και ατομικό στοιχείο. Ας τολμήσουμε.

Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014

ΟΙ  ΘΛΙΨΕΙΣ  ΚΑΙ ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ  20-7-2014

Αγαπητοί μου αδελφοί, έχουμε ποτέ σκεφθεί γιατί ο Θεός κάποιες φορές μας δοκιμάζει με διάφορους τρόπους, τι θέλει να μας δείξει ,αλλά και τι ζητά από εμάς; Την απάντηση την δίνει ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης ο οποίος παίρνει τον στίχο  «Ἐν τῷ θλίβεσθαί με, εἰσάκουσόν μου τῶν ὀδυνῶν, Κύριε σοὶ κράζω» και γενικεύει το λόγο του για τις θλίψεις αλλά και για την καταφυγή μας στην παντοδύναμη βοήθεια του αγίου Θεού.
Έτσι, ο κάθε πονεμένος χριστιανός μπορεί να φωνάξει ικετευτικά: « Εν τω θλίβεσθαί με ,εισάκουσόν μου των οδυνών, Κύριε σοι κράζω».
Η ζωή κάθε μέρα μας αποδεικνύει ότι η θλίψις και ο πόνος είναι μια σκληρή πραγματικότητα για κάθε άνθρωπο που ζει πάνω στη γη. Αρρώστιες, αναπηρίες, ατυχήματα, πρόωροι θάνατοι, διαζύγια, καταστροφές, πόλεμοι, ανεργία, πείνα, δίψα και άλλα… ,συγκροτούν παγκόσμια τις θλίψεις και τα βάσανα των ανθρώπων, μηδενός εξαιρουμένου.
Όσο αυτά είναι μια αληθινή πραγματικότητα, άλλο τόσο είναι πραγματικότητα ότι ο άνθρωπος  αντιδρά στις θλίψεις και στις δυστυχίες της ζωής. Αμύνεται, προσπαθεί με κάθε τρόπο να απαλλαγή από τα βάσανά του, να απαλύνει  τον πόνο του, να θεραπεύσει τις πληγές του. Κι όταν τα αδιέξοδα των θλίψεών του είναι αξεπέραστα, τότε καταφεύγει στη δύναμη και στη βοήθεια του Θεού. Και πράγματι, είναι παρατηρημένο ότι πολλές φορές, όταν έχουμε υγεία, ευτυχία, ευημερία και πολλά αγαθά, σπανιότατα θα στραφούμε προς τον Θεό για να τον λατρεύσουμε και να Του εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Μόλις όμως η συμφορά και το κακό χτυπήσουν  την πόρτα μας, αμέσως γονατίζουμε για παρακλήσεις και θερμές ικεσίες προς τον Θεό, την Παναγία και τους Αγίους Του.
Σύντροφος , λοιπόν, της ζωής μας είναι ο πόνος και η θλίψη. Και ένα είναι βέβαιο:
·        ο πλούσιος και ο φτωχός,
·        ο επίσημος και ο άσημος,
·        ο δίκαιος και ο άδικος,
·        ο καλός και ο κακός,
όλοι, μικροί, μεγάλοι, άνδρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά, έχουν τις θλίψεις τους. Και επιτρέπει τις θλίψεις και τον πόνο ο Θεός , για τους λόγους που μόνο η πανσοφία Του και η πρόνοιά Του γνωρίζουν. Οι επιτρεπόμενες αυτές θλίψεις βγαίνουν από τα σπλάγχνα των οικτιρμών και της αγάπης του αγίου Θεού και είναι πάντοτε για το καλό μας, για το συμφέρον της ψυχής μας, για την πνευματική μας ωφέλεια και σωτηρία.
Λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η παρούσα ζωή του χριστιανού είναι ένα γυμναστήριο ή μάλλον ένα συνεχές αγώνισμα. Είναι χυτήριον, όπου λειώνουν τα μέταλλα∙ είναι βαφείον αρετής. Ο Θεός, δηλαδή, επειδή επιθυμεί να μεταβάλλει την ψυχή του καθενός από μας και να την κάνει ενάρετη και αγαθή, γι’ αυτό και την περνά από το χωνευτήρι των θλίψεων και παραχωρεί να παραδίνεται στη σκληρή δοκιμασία των πειρασμών. Όμως τόσο, όσο αντέχουν οι «ώμοι» της ψυχής.
Και όλα αυτά με σκοπό:
·        να διορθώσει και να φωτίσει τους ατάκτους,
·        να τονώσει και να αφυπνίσει τους αδιάφορους και τους χλιαρούς,
·        τους εκλεκτούς , τους αγίους, τους δικαίους, τους ευσεβείς , να τους κάνει να γίνουν εκλεκτότεροι και ακατάβλητοι στις επιβουλές και στις παγίδες των πονηρών δαιμόνων,
·        και όλους, εν γένει, μικρούς και μεγάλους, να τους κάνει κατά πάντα άξιους, ώστε να δεχθούν τα μέλλοντα αγαθά της Βασιλείας των ουρανών.
·     
Διότι λέγει η Αγία Γραφή: Άνθρωπος που δεν δοκιμάζεται από πόνους, θλίψεις και πειρασμούς είναι αδόκιμος, δηλαδή απόβλητος και απορριπτέος. Έτσι, ο πόνος και η θλίψις αναγκάζουν τον άνθρωπο πολλές φορές να γονατίζει και να προσεύχεται, να παρακαλεί και να ζητά βοήθεια, επιβεβαιώνοντας τον θεόγραφο λόγο που λέγει: « Κύριε, εν θλίψει μου εμνήσθην σου», δηλαδή στις θλίψεις Σε θυμήθηκα, Θεέ μου.
Πολλές φορές όταν μας δέρνουν η μοναξιά και η εγκατάλειψη, η ασήκωτη αρρώστια, ο θάνατος προσφιλών προσώπων, ακόμα και η περιφρόνηση  των συγγενών, των φίλων.. και γενικά κάποιοι σκληροί πειρασμοί, τότε στενοχωρούμαστε πολύ, πονάμε πολύ και υποφέρουμε. Τότε, θέλουμε κάποιο να μας πη ένα γλυκό λόγο, να μας προσφέρει λίγη παρηγοριά. Κι αν μεν βρεθεί κάποιος ευσεβής χριστιανός να μας προσφέρει λίγη ανθρώπινη συμπαράσταση , είναι πολύ-πολύ ευλογημένη. Γιατί; Διότι η παρηγοριά του θα μας στρέψη στην προσευχή, στη νηστεία, στην παράκληση, στην Εξομολόγηση, στη θεία Κοινωνία, στην κατά Θεόν βοήθεια.
Όμως, είτε βρεθεί είτε δεν βρεθεί η ανθρώπινη παρηγοριά, εσύ που πονάς και θλίβεσαι, στρέψε τα μάτια σου στον ουρανό και «εν των θλίβεσθαί σε» κράξε και φώναξε προς τον Θεό της ευσπλαγχνίας. Κι Εκείνος οπωσδήποτε θα σε ακούσει.
·        Με δυνατή θέρμη ύψωσε τη ψυχή σου,
·        με πίστη σταθερή κάμε την προσευχή σου
·        και με ελπίδα αντιμετώπισε τα βάσανά σου.
Ο στοργικός ουράνιος Πατέρας περιμένει να ακούσει τη φωνή του παιδιού Του, για να το παρηγορήσει και να του δώσει λύσεις, που όντως θα είναι για το συμφέρον του. Κι ας μην ξεχνάς ότι ο πανάγαθος Κύριος που σταυρώθηκε για σένα, ιδιαιτέρως συμπαθεί και προσέχει τον πονεμένο και θλιβόμενο πιστό χριστιανό.
Γι’ αυτό ο ιερός Χρυσόστομος λέγει: Τώρα που ήλθαν οι πολλές θλίψεις πάνω σου, μην αποκάμης, μην ολιγοψυχής, μην απελπίζεσαι, αλλά σήκω πάνω, ανορθώσου, και προπαντός ήλπισε, γιατί στον καιρό του πόνου η προσευχή σου γίνεται περισσότερον αγία και η ευλογία του Θεού μεγαλυτέρα.
Είτε λοιπόν οι θλίψεις προέρχονται από την αδικία και την πονηριά των συνανθρώπων που μας περιβάλλουν ,είτε προέρχονται από την κακία των δαιμόνων, είτε από τα δικά μας λάθη και τον δικό μας κακό χαρακτήρα, από τις αδυναμίες και τα πάθη μας, εμείς θα γονατίζουμε και θα προσευχόμαστε. Θα φωνάξουμε παρακαλώντας τον Θεό να μας επισκιάσει, να μας σκεπάσει με τη  Χάρι Του, να μας λυτρώσει και να μας ελεήσει…»

Π. Σωτήριος Καραγκούνιας.

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΠΩΣ ΜΠΑΙΝΟΥΜΕ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΚΑΙ ΠΩΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ...

 

Ένα εξαιρετικό κείμενο με κατευθυντήριες οδηγίες για όσους δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία και όχι μόνο...

Του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου - Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου, μετόχιον Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους.

Συμβολή στη λογική λατρεία του Θεού, για ενεργό συμμετοχή των πιστών, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 97-106

Όταν αποφασίζουμε να πάμε στον ιερό Ναό[1] πρέπει προκαταβολικά να πιστεύουμε ότι μπαίνουμε σε χώρο ιερό, σε τόπο προσευχής και κατανύξεως,όπου ευρίσκεται και κατοικεί αόρατα ο Θεός, ο Βασιλεύς των Βασιλευό­ντων και ότι κάθε είσοδος μας σε Ναό μας προσθέτει αγια­σμό και Θεία ευλογία.

Αυτό επιβάλλει να μπαίνουμε σιωπηλοί, το βάδισμα μας να γίνεται σεμνά και αθόρυβα, οι κινήσεις μας γενικά πρέπει να δεικνύουν ευλάβεια και ή διάθεση μας να μαρτυρεί διάθεση για λήψη ευλογίας και θείας Χάριτος.

α. Άναμμα του κεριού

Εισερχόμενοι στο Ναό κάνουμε το σταυρό μας με μικρή υπόκλιση λέγοντας μυστικώς: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον Σου, προσκυ­νήσω προς Ναόν "Αγιόν Σου εν φόβω Σου» (Ψαλ. Έ, 8). Κατευθυνόμαστε, (εάν θέ­λουμε), στο παγκάρι και παίρνουμε 1 ή 2 κεριά (η συνήθεια να ανάβουμε πολ­λά κεριά είναι λανθασμένη νοοτροπία και δημιουργεί προ­βλήματα). Ένα προς τιμή τού Χρίστου, της Παναγίας και των Αγίων Του και ένα για τη σωτηρία των ψυχών των δικών μας ζώντων και τεθνεώτων (ή ένα για όλα).
Έτσι θα χωρεί το μανουάλι τα κεριά όλων, θα καίο­νται περισσότερη ώρα και δεν θα μπαίνει σε πειρασμό ο Νεωκόρος να τα μαζεύει γρήγορα (για... απόκερα!) πριν καούν. Και όταν το ανάβουμε με πολλή ευλάβεια, προσευχόμενοι μπορούμε να λέμε: «Χριστέ μου, Συ είσαι το Φως τού κόσμου. Βοήθησέ με ώστε και η ζωή μου να λιώνει από αγάπη προς τον πλησίον μου και να φωτίζει σαν το τα­πεινό φως αυτού του κεριού»[2].

β. Προσκύνηση των Αγίων Εικόνων

Στη συνέχεια κατευθυνόμαστε στα προσκυνητάρια, κάνουμε μία η τρεις μικρές μετάνοιες με σταυρό, (εάν έχει κόσμο τις μετάνοιες τις κάνουμε ενωρίτερα πριν έρθει η σειρά μας για να μην καθυστερούμε τους άλλους) και ασπαζόμαστε τις Άγιες εικόνες (ή τα Άγια λείψανα). Συγχρόνως λέμε την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με», ή «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», ή «Άγιε τού Θεού (τάδε), πρέσβευε υπέρ ημών» ή και ό,τι άλλο επιθυμεί ο καθένας. Ακολούθως οπισθοχωρούμε από τα πλάγια, χωρίς να στρέφουμε τα νώτα μας προς τα Άγια και χωρίς να δημιουργούμε πρόβλημα στους επόμενους που και αυτοί θα προσκυνήσουν.

γ. Η αμφίεση

Δεν εισερχόμεθα στους Ναούς με οποιαδήποτε αμφίεση, ή με την αμφίεση της ώρας εκείνης που βρεθήκαμε μπροστά στο Ναό[3]. Η ακατάλληλη αμφίεση δεν δείχνει σεβασμό ούτε εκτίμηση, αλλά μάλλον περιφρόνηση. Εάν κάνεις δεν το νιώθει αυτό και έχει αντίθετη άποψη, πρέπει να γνωρίζει ότι την ενδυμασία δεν την καθορίζουν οι επι­σκέπτες, αλλά ο Οικοδεσπότης. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο στην Εκκλησία, αλλά και στην καθημερινή ζωή και πράξη. Εάν λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, τι όφελος θ' αποκο­μίσουμε από τις προσευχές μας, εάν με ακατάλληλη ενδυ­μασία εισέλθουμε στο Ναό;
Ο Θεός βέβαια δεν έχει ανάγκη από τον τρόπο της αμφίεσης μας, διότι ενδιαφέρεται για την εσωτερική κατά­σταση της ψυχής μας, αλλά εμείς έχουμε ανάγκη και πρέ­πει να παρουσιαστούμε με τρόπο που δείχνει το σεβασμό που κατά βάθος έχουμε: και προς τον ιερό χώρο και προς τον Θεό. Μπαίνουμε με οποιαδήποτε αμφίεση, (π.χ. Με κο­ντό παντελονάκι), στο γραφείο τού Υπουργού η τού Στρα­τηγού για να ζητήσουμε μετάθεση τού παιδιού μας;[4]
Μερικές μάλιστα γυναίκες εισέρχονται στους Να­ούς με παντελόνια, με εξώπλατα, αμάνικα φορέματα ή σούπερ μίνι φούστες και έχουν σκοπό να κοινωνήσουν ή να εξομολογηθούν. Εφ' όσον η Εκκλησία, βάσει της Αγίας Γραφής (Δευτερονόμιον κβ', 5), δεν δέχεται αυτή την αμ­φίεση, γιατί εσύ επιμένεις στην άποψη σου και θέλεις ο Θεός να αλλάξει το Νόμο Του; Γιατί θέλεις να σκανδαλί­ζεις με την αμφίεση σου τον κόσμο; Δεν έχεις τόσες και τό­σες ενδυμασίες για τις διάφορες ώρες και εποχές του έτους; Κάνε και μία η δυο ενδυμασίες για τον Χριστό και την Παναγία! Αξίζει τον κόπο και θα έχεις και ευλογίες!
Εάν πάντως θελήσεις από εσωτερική ανάγκη να μπεις στο Ναό να προσευχηθείς με ακατάλληλη ενδυμασία, μην εισέρχεσαι μέσα στον κυρίως Ναό. Σταμάτα στον πρόναο η Νάρθηκα. Άναψε το κερί σου κάνε εκεί την προσευχή σου και ο Θεός, που βλέπει την εσωτερική σου διάθεση, το σεβασμό σου αυτό, αλλά και την ανάγκη σου, θα σε ακούσει και θ' ανταποκριθεί περισσότερο στα αιτήματά σου.

δ. Οι θόρυβοι κατά την είσοδο

Μερικές φορές τα τακούνια των υποδημάτων δημι­ουργούν θόρυβο κατά τη μετακίνηση, ιδίως σε σκληρό δά­πεδο.
Χρειάζεται λοιπόν προσοχή. Διότι εισερχόμενοι στο Ναό, μερικές φορές με κάποια αμηχανία η απρόσεκτα και συνηθισμένοι εμείς στο θόρυβο αυτό, που δεν μας κάνει εντύπωση, δημιουργούμε σοβαρό πρόβλημα στους υπόλοι­πους εκκλησιαζομένους. Εάν μάλιστα η στιγμή της εισό­δου μας συμπέσει με κάποια στιγμή που δεν ακούγονται ψαλμωδίες, (οι όποιες καλύπτουν συνήθως τους άλλους θορύβους), η είσοδος μας δεν γίνεται μόνο αισθητή, αλλά και πολύ ενοχλητική. Ομοιάζει σαν να κάνουμε επίδειξη, (προσέξτε με, μπαίνω!), ή σαν να παρελαύνουμε σε εθνική εορτή, (αλλά μέσα στην Εκκλησία!). Μη γένοιτο! Καλό είναι λοιπόν μαζί με την ενδυμασία να έχουμε και ιδιαίτε­ρα υποδήματα, αθόρυβα για τον Εκκλησιασμό μας, ή να περπατάμε προσεκτικά, αθόρυβα.
Εάν κάνει ζέστη, δεν χρησιμοποιούμε «βεντάλια»· είναι ασεβές, ενοχλητικό και δείχνει πρόσωπα με έλλειψη υπομονής και θυσίας. Δεν αναστενάζουμε, ούτε βγάζουμε άναρθρες κραυγές. Δεν σιγοψάλλουμε, (εκτός εάν αυτό έχει επιτραπεί, σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια, η οποία όμως σήμερα δυστυχώς δεν είναι εφικτή), διότι είναι ενοχλητικό για τους διπλανούς μας. Δεν επαναλαμβάνουμε (μερικές μάλιστα φορές προτρέχοντας), τα λόγια τού ιερέα, (είναι επίδειξη ή λανθάνων εγωισμός...). Δεν κάνουμε κάθε τόσο μετάνοιες, ούτε συνεχή σταυροκοπήματα (αυτά είναι προτιμότερο να τα κάνουμε στο σπίτι μας, όπου κα­νείς δεν μας παρεξηγεί και κανένα δεν ενοχλούμε).
Όταν φέρνουμε στο Ναό τις προσφορές μας (πρό­σφορα, λάδι κλπ.) δεν κάνουμε θόρυβο, ιδιαίτερα με τις πλαστικές σακουλές, οι οποίες αναδιπλούμενες είναι (για τους άλλους) πολύ ενοχλητικές. Εάν φθάσουμε στο Ναό καθυστερημένα, είναι προτιμότερο να τα παραδίνου­με στους υπεύθυνους μετά την Ακολουθία από την αριστερή θύρα (τη βόρεια) του αγίου Βήματος, χωρίς να μπαίνουμε μέσα, είτε άνδρες, είτε γυναίκες.

ε. Η προσωπική περιποίηση

Όταν κανείς πρόκειται να μεταβεί στην Εκκλησία, προετοιμάζεται ψυχικώς αλλά και σωματικώς από πλευ­ράς εμφανίσεως. Η σπουδαιότερη προετοιμασία, φυσικά είναι η πρώτη, η ψυχική. Ακριβώς όμως γι' αυτό το λόγο πρέπει κανείς πολύ να προσέξει τη δεύτερη. Επειδή ο Χριστός θέλει να Τον αγαπούμε με όλη μας την καρδιά και την ψυχή και τη διάνοια, πρέπει αυτό να το επιδιώκουμε και να το ζούμε. Εάν μια νέα η μια κυρία το πρωί της Κυ­ριακής κάθεται στον καθρέπτη «ώρες ολόκληρες» περιποιούμενη το πρόσωπο και τα μαλλιά της και στη συνέ­χεια αλλάξει και ψάχνει να βρει την καταλληλότερη φορε­σιά της, αυτό δείχνει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς θα εμφανιστεί στον κόσμο και για το τι θα πει ο κό­σμος γι' αυτήν, παρά για τον Χριστό! Αυτή η περιποίηση αποδεικνύει ακόμη χειρότερη εσωτερική κατάσταση, εάν η Χριστιανή αυτή πρόκειται και να κοινωνήσει!
Εάν πάλι μια γυναίκα, πηγαίνοντας στην Εκκλησία την Κυριακή το πρωί, βάφεται (στα μάτια, χείλη, νύχια, πρόσωπο κλπ.), πρέπει να καταλάβει ότι όλα αυτά δεν έ­χουν σχέση με ό,τι ζητά ο Κύριος. Δεν πάει κανείς να προ­σκυνήσει ή να κοινωνήσει με βαμμένα χείλη. Πρέπει να σκεφτεί ότι με την πράξη της αυτή δεν γνωρίζει τι ζητά και τι κάνει, ενώ συγχρόνως λερώνει με τα βαψίματά της τις εικόνες, τη λαβίδα και το μάκτρο.

στ. Η θέση που θα σταθούμε

Μετά την προσκύνηση των Αγίων εικόνων, αθόρυβα, χωρίς να ομιλούμε, χωρίς να χαιρετούμε η πολύ χειρότερα, χωρίς ν' ασπαζόμαστε τους γνωστούς που βλέπουμε μέσα στο Ναό, πηγαίνουμε και καταλαμβάνουμε μία θέση.
Εάν έχουμε ορθό εκκλησιαστικό φρόνημα, που είναι φρόνημα ταπεινό, με συναίσθηση της αναξιότητας και αμαρτωλότητας μας, δεν ψάχνουμε να βρούμε μια θέση στην πρωτοκαθεδρία. Το ταπεινό φρόνημα μας κάνει να θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από τους άλλους και όχι να πιάσουμε μία θέση μπροστά, από τις πρώτες. Εάν την ώρα αυτή που μπαίνουμε στο Ναό συμπέσει να διαβάζεται ο Εξάψαλμος του Όρθρου ή το ευαγγέλιο, σταματάμε την κίνησή μας στην είσοδο του κυρίως Ναού. Από τη θέση αυτή παρακολουθούμε την ανάγνωση και μετά το πέρας συνεχίζουμε την κίνησή μας. Έτσι πρέπει, από σεβασμό προς τις ιερές αυτές αναγνώσεις. Αργότερα στη Μεγάλη Είσοδο, δεν γονατίζουμε, διότι τα Τίμια Δώρα δεν έχουν ακόμη καθαγιαστεί γονατίζουμε μόνο στα προηγιασμένα. Στη Θ. Κοινωνία από το «Μετά φόβου...» μέχρι το «Πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν», επειδή ο Χριστός ευρίσκεται μπροστά μας, στην Ωραία Πύλη και κοινωνούν οι πιστοί, δεν είναι σωστό να καθόμαστε. Στεκό­μαστε όρθιοι, όσοι και αν είναι οι μεταλαμβάνοντες. Ας κουραστούμε λίγο. Για το σεβασμό μας αυτό, ο Θεός θα μας ευλογήσει περισσότερο.

ξ. Προσκύνηση των αγίων εικόνων του τέμπλου

Όταν οι ιερείς πρόκειται να λειτουργήσουν παίρ­νουν «Καιρό». Δηλ. Τελούν μυστικά μία σύντομη Ακολουθία έξω από το Άγιο Βήμα, ασπαζόμενοι τις Άγιες εικό­νες του τέμπλου και κατακλείνοντας με μία ευχή ζητώντας κατά κάποιο τρόπο άδεια και ευλογία από τον Θεό, ώστε «ακατακρίτως να εκτελέσουν την αναίμακτον ιερουργίαν». Γι' αυτό μερικοί λένε ότι οι λαϊκοί δεν προσκυνούν τις εικόνες τού τέμπλου. Αυτό μπορεί να γίνει πριν την έναρξη της Ακολουθίας ή μετά το πέρας αυτής. Πρώτα ασπαζόμαστε (στα χέρια ή στα πόδια και όχι στο πρόσωπο) την αγία εικόνα τού Χριστού, (λατρευτική προσκύνηση), μετά την εικόνα της Παναγίας, (τιμητική προσκύνηση). Ασπαζόμαστε πρώτα τον Χριστό Βρέφος και μετά την Παναγία. Ακολουθεί η τιμητική προσκύνηση των αγίων, του Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου δεξιά, του αγίου του Ναού αριστερά. Μετά συνεχίζουμε τις υπόλοιπες εικόνες τού τέ­μπλου, (εάν υπάρχουν). Δεν τις προσκυνούμε όμως κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, διότι μοιάζει σαν να γίνεται επίδειξη ευλάβειας και την ώρα της Λατρείας είναι ενοχλητικό και διασπαστικό της προσοχής των πιστών.

η. Αναχώρηση από το Ναό

Όταν πάμε να εκκλησιαστούμε, παραμένουμε στο Ναό μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουργίας και παίρνουμε αντίδωρο από το χέρι του ιερέα (ο οποίος προ ολίγου είχε πιάσει ολόκληρο το Σώμα τού Χριστού) και συγχρόνως με αυτή την ενέργειά μας λαμβάνουμε και την ευλογία τού Θεού και της Εκκλησίας. Δεν φεύγουμε από την Θ. Λει­τουργία ενωρίτερα από το «Δι' ευχών...» διότι είναι προσβο­λή! Ο Χριστός να θυσιάζεται προσφέροντάς μας το Σώμα και το Αίμα Του και εμείς, φεύγοντας ενωρίτερα, να στρέ­φουμε τα νώτα μας, αδιαφορώντας. Μοιάζουμε σ' αυτή την περίπτωση με τον Ιούδα, που έφυγε από το Μυστικό Δείπνο (την πρώτη Θ. Λειτουργία) ενωρίτερα, για την προ­δοσία! Εάν πάντως είναι απόλυτη ανάγκη, ας αναχωρή­σουμε, όχι την τελευταία ώρα, αλλά ενωρίτερα, τότε που κατ' οικονομία επιτρέπεται: πριν αρχίσει το Μυστήριο, δηλαδή Μετά το «Πιστεύω». Μετά το «Δι' εύχων..» και τη λήψη του αντίδωρου, σιωπηλοί εξερχόμαστε του Ί. Ναού, χωρίς να αρχίζουμε μέσα στο Ναό τους χαιρετισμούς, ασπασμούς και συζητήσεις με τους γνωστούς και συγγενείς μας. Είναι πολύ κακή συνήθεια και πρέπει να διορθώσουμε και αυτή την αταξία. Μέσα στο Ναό προ και μετά την Ακολουθία δεν συμπεριφερόμαστε όπως στα κοσμικά σαλόνια. Ο Ιε­ρός Ναός συνεχίζει να είναι οίκος Θεού και μετά τις Ακολουθίες. Εμείς είμαστε οι καλεσμένοι και έχουμε υποχρέ­ωση να σεβαστούμε τον οίκο του Οικοδεσπότη, παρ' ότι δεν ξεχνούμε ότι είναι ο οίκος τού Πατέρα μας· ο μεγαλύτε­ρος σεβασμός δε βλάπτει.

θ. Συνάντηση με Ιερέα

Όταν εισερχόμενοι στον ιερό Ναό συναντηθούμε με τον ιερέα, τον χαιρετούμε εκκλησιαστικά, (όχι κοσμικά). Κάνουμε μικρή μετάνοια (υπόκλιση) χωρίς να κάνουμε το σταυρό μας, λέγοντας «Ευλόγησον Πάτερ» η «την ευχή σας Πάτερ» (η Δέσποτα, εάν είναι επίσκοπος) η «Ευλογείτε» και φιλούμε το χέρι του. (Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτω­ση που συναντήσουμε γνωστό μας Ιερέα στο δρόμο). Και αυτός απαντά ευλογώντας μας: «Ευλογία Κυρίου» ή «του Κυρίου» ή «ο Κύριος». Μετά το διάλογο, υποχωρώντας (οπισθοβάτως) πράττουμε και λέγουμε ό,τι και κατά την αρχική συνάντηση.

ι. Είσοδος στο Ιερό Βήμα

Κατ' αρχήν απαγορεύεται η είσοδος στο ιερό Βήμα, βάσει του 69ου κανόνα της Στ' Οικουμενικής Συνόδου για τις γυναίκες παντελώς και για τους άνδρες, εφόσον δεν έχουν άδεια η κάποια απόλυτη ανάγκη. Κατ' οικονομία γί­νεται εξαίρεση στις γυναίκες που υπηρετούν στους Ναούς, ως νεωκόροι, στις οποίες διαβάζεται ειδική ευχή.
Το ιερό Βήμα είναι τα Άγια των Αγίων, στο οποίο εισέρχονται μόνο οι ιερείς για να τελούν την αναίμακτη θυσία και τις ιερές Ακολουθίες. Στο Βυζάντιο τη διάταξη αυτή σέβονταν ακόμη και οι χρισμένοι Αυτοκράτορες και δεν εισέρχονταν στο ιερό Βήμα.
Όσοι λαϊκοί έχουν την ευλογία να διακονούν τον ιερέα, επίτροποι η μικρά παιδιά πρέπει να αναλογιστούν τη σοβαρότητα και ιερότητα του χώρου και να λάβουν υπόψη τους τις απορρέουσες από το διακόνημά τους αυτό υπο­χρεώσεις. Οι πνευματικοί νόμοι παρ' ότι δεν έχουν εντε­ταλμένους αστυνομικούς για την επίβλεψη και τήρησή τους δεν καταργούνται χωρίς συνέπειες... Δεν είναι δικαιο­λογία αυτό που λένε ή αισθάνονται πολλοί (λαϊκοί αλλά και Κληρικοί): δεν μας βλέπουν, δεν μας ακούνε. Μας βλέ­πει και μας ακούει ο Θεός! Άλλωστε η ιεροπρέπειά μας δεν πρέπει να εξαρτάται από τους άλλους, αλλά από τον τόπο στον οποίο βρισκόμαστε και από τη στάση μας προς αυτόν.

Το ότι οι εισερχόμενοι στο Ιερό Βήμα δεν φαίνονται από το Εκκλησίασμα δεν τους απαλλάσσει από τις υποχρε­ώσεις:
- της μεγαλύτερης ευλάβειας
- της σεμνότερης στάσεως
- της αποφυγής των ομιλιών
- της αποφυγής των άσκοπων κινήσεων εντός αυτού και προ πάντων και ιδίως
- τού σεβασμού της μόνιμης παρουσίας του Κυρίου μέσα στο Αρτοφόριο αλλά και ως Αμνού στην αγία Τρά­πεζα μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.
Όσοι δεν είναι σε θέση και δυσκολεύονται να τηρή­σουν τ' ανωτέρω, είναι προτιμότερο να παραμένουν εκτός του ιερού, στον κυρίως Ναό, για να μην κολάζονται. Διότι είναι τελείως απαράδεκτο ο Κύριος να βρίσκεται δίπλα μας και εμείς να καθόμαστε («σαν να μη συμβαίνει τίποτε»)! Ή να αδιαφορούμε για την ιερότητα της στιγμής του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων, της υψώσεως του Αμνού στα «Άγια τοις αγίοις», της ώρας της Μεταλήψεως των ιερέων κλπ.

[1] Εάν μπαίνοντας σε κάποιο Ί. Ναό θέλουμε να μάθουμε ποια ιεροπραξία γίνεται εκείνη την ώρα, ρωτάμε: - Ποια ακολουθία τελείται; Και η απάντηση είναι: -Ή ακολουθία του Εσπερινού ή η ακολουθία του Όρθρου ή η Θεία Λειτουργία.

[2] Το μαλακό και, μαλασσόμενο του αγνού κεριού συμβολίζει το εύπλαστο της ψυχής μας πού πρέπει να την διακρίνει, για την ανα­μόρφωση της, η μετάνοια και η υπακοή στο Νόμο του Θεού. Και όπως το κερί λιώνει και φωτίζει συγχρόνως, έτσι και εμείς μέσα στο Ναό και ιδίως έξω από αυτόν πρέπει να «λιώνουμε», θυσιαζόμενοι υπέρ του πλησίον και να τον φωτίζουμε με το παράδειγμα μας χάρη της αγάπης του Χριστού.

[3] Όταν πρόκειται να κάνουμε κάποιο ταξίδι, σκεπτόμαστε τί θα συναντήσουμε κατά τη διάρκεια του και ανάλογα προετοιμαζό­μαστε. Όταν πρόκειται να πάμε στα βουνά, λέμε: Μπορεί να βρούμε χιόνια, ας πάρουμε αλυσίδες για το αυτοκίνητο, ή και τα σκι μας. Για τη θάλασσα παίρνουμε μαγιό για μπάνιο, ομπρέλα για πιθανή βροχή κλπ. Έτσι ακριβώς ας λέμε: Μπορεί να πάμε σε κάποια Εκκλησία ή μοναστήρι, ας πάρουμε μαζί μας και ανάλογη ενδυμασία! Έτσι δε θα βρεθούμε σε δύσκολη θέση, εάν μεταβούμε για προσκύνημα! Συγχρό­νως, η πρόνοια μας αυτή για σεβασμό των Ιερών αυτών χώρων μας προσθέτει ευλογία και οπωσδήποτε προστασία από ατυχήματα ή άλλες ποικίλες κακοτοπιές. Προσοχή λοιπόν...

[4] Στα τουριστικά νησιά μας, το καλοκαίρι μεταβαίνουν στους Ιερούς Ναούς ή στις Ιερές Μονές (όπου υπάρχουν) «προσκυνητές» με τελείως ακατάλληλες ενδυμασίες, ακόμη και με «ενδυμασία»... μπάνιου!

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014

Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης

του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Αγίου Ιγνατίου - Λειμώνος Λέσβου από το βιβλίο του «Εορτοδρόμιον»
Ιουλίτα σύναθλως υιώ Κηρύκω
«Δεύτε και θεάσασθε άπαντες ξένον θέαμα και παράδοξον,

Τις εώρακε νήπιον, τριετή όντα, τύραννον αισχύναντα»;...


Ελάτε, αδελφοί, να ιδήτε όλοι παράδοξο θέαμα και πρωτόφαντο. Τις ποτέ είδε τριόχρονο παιδί να καταισχύνει τύραννο δυσσεβή; Πρόκειται για τον άγιο Μάρτυρα Κήρυκο και τη μητέρα του Ιουλίττα, πού σήμερα μας προβάλλει η σεπτή Εκκλησία. Η αγία Ιουλίττα ήταν από τις ευσεβέστερες χριστιανές γυναίκες του Ικονίου της Μικράς Ασίας. Νεαρώτατη παρέμεινε χήρα με ένα βρέφος στη μητρική της αγκάλη, τον Κήρυκο. Και όπως άλλοτε η αγία Ανθούσα, η μητέρα του ιερού Χρυσοστόμου, δεν επεδίωξε δεύτερο γάμο, άνετη και απολαυστική ζωή, αλλά τη ζωή της θυσίας, την τεθλιμμένη οδό της χηρείας, την αφιέρωσι στην ανατροφή και διαπαιδαγώγησι του μοναχογιού της, έτσι και η «λογική Χριστού αμνάς Ιουλίττα».
Ζούσε όμως στα δύσκολα εκείνα χρόνια των μεγάλων και φρικτών κατά των χριστιανών διωγμών. Στο Ικόνιο είχε ξεσπάσει περί το 295 μετά Χριστόν ο φοβερός του Διοκλητιανού διωγμός. Και η φιλόστοργη μητέρα, η Ιουλίττα για να προφυλάξει τη ζωή του νηπίου, του θησαυρού της, του τρίχρονου Κηρύκου, έφυγεν από την Πατρίδα της, αφήνοντας το σπίτι της και την περιουσία της και μόνο λίγα χρήματα παίρνοντας μαζί της και ήλθε στη Σελεύκεια της Κιλικίας, νομίζοντας ότι εκεί προσφέρει ασφάλεια στο μονογενή της. Και εκεί όμως η ίδια θύελλα εκλυδώνιζε το σκάφος της Εκκλησίας του Χριστού.
Κατευθύνθηκε, λοιπόν, στην Ταρσό, την πατρίδα του μεγάλου Αποστόλου των εθνών. Αλλά και εδώ το ίδιο κατά των χριστιανών κυνηγητό. Ο ωμός, σκληρότατος Έπαρχος Αλέξανδρος, είχεν ήδη λάβει πληροφορίες για τη σεμνή Ιουλίττα πού κατέφυγε στην Ταρσό με το γυιό της. Την ανεζήτησεν εσπευσμένα και επροχώρησε στις περισσότερες βίαιες και απάνθρωπες ενέργειες για να κάμψει και ταπεινώσει το ανδρικό και χριστιανικό της Ιουλίττας φρόνημα.
Βρισκόταν στο βήμα το τυραννικό μεγαλοπρεπής και επιβλητικός, καθόταν στο θρόνο του επάνω, στο ψηλότερο μαρμάρινο σκαλοπάτι του κριτηρίου. Απέναντι του είχε την Ιουλίττα. Έβλεπε πόση στοργή έτρεφε στο γυιό της. Τον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και εφρόντισε με γλυκόλογα να τον πάρει με το μέρος του. Αλλά ο Κήρυκος ανήκε στα νήπια και τα θηλάζοντα εκείνα από τα οποία «καταρτίζει αίνον» ο Κύριος, γι' αυτό σε όλες τις παρακλήσεις του Αλεξάνδρου κυττούσε τη μητέρα του και έδινε αρνητική απάντησι στον Έπαρχο, τονίζοντας την άρνησί του, με όση δύναμι διέθετε το μικρό σώμα του, εκλότσησε στην κοιλιά τον τύραννο. Ω, παράδοξο θέαμα! «Νηπιόφρονα τύρρανον, εν τελείω φρονήματι, ατελεί τε σώματι, μάρτυς Κήρυκε, ανδρειοφρόνως κατήσχυνας», του λέγει με θαυμασμό ο ιερός Υμνογράφος.
Αλλά ο ωμός τύραννος για να εκδικηθεί τη μητέρα και το γενναίο νήπιο, το έρριξε με όλη του την δύναμι κατά κεφαλής επάνω στα μαρμάρινα σκαλιά του κριτηρίου και του εσύντριψε την κεφαλή. Ω, μαρτυρική στιγμή! Ένα αθώο θύμα κατά γης έκρινε την πίστι και τη ζωή μιας μεγάλης χριστιανής, της πονεμένης μητέρας Ιουλίττας. Έκλαψε βέβαια και επόνεσε, αλλά σε λυγμούς δεν ξέσπασε ούτε και σε απεγνωσμένες κραυγές. Το βλαστό της τον είχε μεταφυτέψει στο περιβόλι του παραδείσου, στην ουράνια πολιτεία του Θεού, δεν έμενε πια παρά και εκείνη με τον ίδιο τρόπο να πάει κοντά του.
Με πίστι λοιπόν και θάρρος, με ανδρικό φρόνημα και αγέρωχα είπε στον Αλέξανδρο, «ως συνέτριψας την κεφαλήν του τέκνου μου, ούτω θα συντριβή, ωμέ και κακούργε άρχον, η ψευδοθρησκεία σου».
Και ο τύραννος την υπέβαλε σε φοβερά και «ανύποιστα» βάσανα. Και η αγία «μη πεισθείσα τον Χριστόν εξομώσασθαι απετμήθη την κεφαλήν» καθά σημειώνει ο ιερός βιογράφος.
Ω αδελφοί! «η ιερά ξυνωρίς», το πρωτότυπο τούτο και εκλεκτό μητρουιϊκό ζευγάρι ιδιαίτερα το τιμά η Επαρχία μας. Υπάρχουν μάλιστα και εξωκκλήσια προς τιμή τους όπως στην περιφέρεια Κλειούς και Αντίσσης. Στην Ιερά μας δε Μονή φυλάσσεται στο σκευοφυλάκιο σπουδαιότατη εικόνα του 16ου αιώνα στην οποίαν εικονίζεται η αγία Ιουλίττα και ο άγιος Κήρυκας προσευχόμενοι. Ως εκ του Κηρύκου δε λεγόμενα αναγράφονται τα ακόλουθα λόγια «δος ημίν Χριστέ και μόνε παντοκράτορ βραβεία και στέφανα τοις σοις ικέταις». Φυλάγεται επίσης μέσα σε ιερή λειψανοθήκη του Σκευοφυλακίου και μεγάλο τεμάχιο από το τίμιο λείψανο του νηπιομάρτυρα Κηρύκου.
Ας ευχηθούμε αδελφοί μέσα στις οικογένειές μας, τις θεωρούμενες χριστιανικές να επικρατήσει αυτή η σύμπνοια, αυτή η ομοφροσύνη, αυτή η πίστι, αυτή η αγωνιστική και μαρτυρική διάθεσι. Μεγάλη η υπόθεσι εάν καταφέρωμε, οι γονείς, και μεταδώσουμε στα παιδιά μας, από νήπια ακόμη, τη φλόγα της πίστεως και το ζήλο τον ένθεο. Μεγάλη υπόθεσι εάν καταφέρωμε και αποσπάσωμε τα παιδιά μας από το γυμνισμό, τον τεντυμποΐσμό, το μοντερνισμό, το ναρκησισμό, τις ηδονές, τα γλέντια και τις απολαύσεις και τα προσαρμόσωμε στη ζωή των ηρώων και μαρτύρων της πίστεως, στην αγνή και ηθική ζωή. Θα τα κρατήσωμε μακρυά από την αμαρτία και με την αρετή και τη φρόνησι θα τους εξασφαλίσωμε τη σωτηρία. Αμήν.
Αναδημοσίευση από: www.zoiforos.gr

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014


Ποιός κάνει κουμάντο μέσα στην οικογένεια;


koumanto_h_633_451-620x440-edited-1Γέροντας Σωφρόνιος
Αν η γυναίκα εργάζεται εξίσου με τον άνδρα, τότε πάλι καταργείται η δικαιοσύνη, επειδή η γυναίκα στην οικογένεια, παράλληλα με την εργασία, βαστάζει και άλλα βάρη, επιπρόσθετα καθήκοντα, επειδή ακριβώς αυτή είναι η μητέρα των παιδιών. Θα νόμιζε κάποιος ότι, επειδή η γυναίκα βαρύνεται από μεγαλύτερες ευθύνες και ασκεί πολυπλοκότερο ρόλο, σε αυτήν πρέπει να ανήκει το προνόμιο να «κατευθύνει» την οικογένεια. Ασφαλώς κάποιος πρέπει να κατευθύνει την οικογένεια, όπως και κάθε άλλο ανθρώπινο καθίδρυμα. Έτσι, σε πολλές οικογένειες ανακύπτει η πάλη για εξουσία, που πολύ συχνά γίνεται καταστροφική για την οικογένεια. Συνεπώς, όπου και αν στρέψουμε την προσοχή μας, παντού βλέπουμε υπερβολικά πολύπλοκα προβλήματα, και δεν πλησιάσαμε ακόμη στην επίλυσή τους.Έκανα τις λίγες αυτές παρατηρήσεις, για να δω τα πράγματα έτσι όπως τα βλέπει η πλειονότητα των ανθρώπων. Νομίζω όμως ότι εμείς ως χριστιανοί βλέπουμε ακόμη και εκείνα που οι άλλοι δεν προσέχουν. Θεωρούμε ότι το σπουδαιότερο θέμα γενικά για κάθε άνθρωπο είναι το ερώτημα: Τί είναι ο άνθρωπος; Ποιός είναι ο προορισμός του; Γιατί και για ποιό λόγο εμφανίστηκε στον κόσμο; Ποιός σκοπός υπάρχει μπροστά του; Ποιό είναι το νόημα της υπάρξεώς του; Αν δεν απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να λύσουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ούτε σε ένα επίπεδο. Είναι αδύνατον για παράδειγμα να επιτύχουμε αληθινά δίκαια δομή της κοινωνίας χωρίς τη γνώση αυτή. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα της κρατικής οργανώσεως, αν δεν έχουμε απάντηση στο κύριο αυτό ερώτημα. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας γράφεται με άσκοπη περιδίνηση, παράλογους πολέμους, άδικη καταπίεση του ισχυρού επάνω στον ασθενή, όπως βλέπουμε στο ζωικό κόσμο. Συνεπώς, τί είναι ο άνθρωπος; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό την παίρνουμε από την Αγία Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον, κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γέν. 1,27). Και λίγο πιο κάτω διαβάζουμε: «Έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον, χουν από της γης, και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοήν ζωής, και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν» (Γέν. 2,7).
Αν λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τον άνδρα και την γυναίκα ως ενιαία ανθρωπότητα, τότε είναι φυσικό ότι το θέμα της σχέσεως μεταξύ ανδρός και γυναικός ήταν και θα είναι πάντοτε ένα από τα σπουδαιότερα ζωτικά θέματα. Αν στρέψουμε την προσοχή μας στα φυσικά χαρίσματα της γυναίκας και τα συγκρίνουμε με τα αντίστοιχά τους στον άνδρα, θα δούμε από την μακρόχρονη πείρα ότι τα χαρίσματα αυτά είναι ποικίλα· κάποτε συμπίπτουν, ενώ κάποτε γίνονται συμπληρωματικά το ένα του άλλου. Γνωρίζουμε επίσης από την ιστορία και από την Αγία Γραφή ότι στην Ανατολή, όπου γεννήθηκαν όλες οι μεγάλες θρησκείες, η κυριότητα του άνδρα επάνω στη γυναίκα ήταν υπερβολικά ισχυρή. Η γυναίκα στη συνείδηση της Ανατολής ήταν κατά κάποιο τρόπο κατώτερο ον. Ακόμη και στο Ευαγγέλιο βλέπουμε παρόμοια χωρία, όπως για παράδειγμα: «Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντακισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων» (Ματθ. 14, 21). Ελάμβαναν υπ’ όψιν μόνο τους άνδρες, ενώ τις γυναίκες ούτε καν τις μετρούσαν. Αλλά αυτό δεν το βλέπουμε μόνο στην Ανατολή.
Έτυχε να διαβάσω, όταν ήμουν νέος, κάποιες στατιστικές που έκαναν μερικοί Γερμανοί μορφωμένοι άνθρωποι για τον ρόλο του άνδρα και τον ρόλο της γυναίκας στην ιστορία του πολιτισμού. Οι πολυμαθείς αυτοί Γερμανοί παρουσίαζαν τα κατορθώματα του άνδρα ως άκρως σημαντικά (παρομοιάζοντάς τα ως όρη υψηλά), ενώ από τα κατορθώματα της γυναίκας σημείωναν μόνο μερικά που ούτως ή άλλως γράφτηκαν στην ιστορία του πολιτισμού.
Μου φαίνεται ότι η παρεξήγηση αυτή εμφανίστηκε ως συνέπεια της απώλειας της συνειδήσεως εκείνης, που περιέχεται στη Γραφή: «Και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον κατ’ εικόνα Θεού… άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς» (Γεν. 1, 27).
Αυτό το ξεχνούν όχι μόνο οι άνδρες, αλλά και οι ίδιες οι γυναίκες. Για να διορθώσουμε λοιπόν τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδά της, αρχίζοντας από την οικογένεια, οφείλουν οι γυναίκες να ανυψωθούν με το πνεύμα και να φανερώσουν στον κόσμο την αυθεντική αξία τους, τον υψηλό ρόλο τους. Για την χριστιανική Εκκλησία το θέμα του ρόλου της γυναίκας γίνεται κάθε χρόνο διαρκώς οξύτερο.
Βλέπουμε ότι στις χώρες όπου ο άθεος κομμουνισμός διεξάγει ανοικτή πάλη εναντίον της Εκκλησίας με την εφαρμογή κάθε είδους εκβιασμών, διασώζει την Εκκλησία η ανδρεία των γυναικών, η αυτοθυσία τους, η ετοιμότητά τους για κάθε είδους παθήματα. Παντού παρατηρούμε ότι οι γυναίκες στις Εκκλησίες αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό. Μπορούμε να πούμε ότι στις Εκκλησίες κατά τις ακολουθίες οι γυναίκες συνιστούν την πλειονότητα, κάποτε τα τρία τέταρτα, κάποτε όμως και περισσότερο. Αν τώρα όλες οι γυναίκες αποχωρούσαν από την Εκκλησία, τότε αυτή δεν θα μπορούσε να υπάρχει, γιατί οι άνδρες που εκπληρώνουν υψηλή ποιμαντική διακονία, κατέχοντας υψηλές ιεραρχικές θέσεις, θα έμεναν ολιγάριθμοι και, με απλά λόγια, θα ήταν γι’ αυτούς από υλικής πλευράς αδύνατον να διατηρήσουν την Εκκλησία.
Συνεπώς ο ρόλος της γυναίκας στην Εκκλησία είναι μεγάλος, και όλοι μας πρέπει να σκεφτούμε το φαινόμενο αυτό. Στη χριστιανική μας διδασκαλία για τον άνθρωπο, μιλώντας θεολογικά, η γυναίκα παρουσιάζεται στο ίδιο ακριβώς μέτρο ως άνθρωπος, όπως και ο άνδρας. Οι δυνατότητες της διακονίας της μέσα στην ιστορία είναι απεριόριστες. Το γεγονός ότι ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε από γυναίκα καταδεικνύει ότι η γυναίκα δεν είναι καθόλου μειωμένη ενώπιον του Θεού.
(αποσπάσματα από το βιβλίο, Αρχιμ. Σωφρονίου, Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, 2010)