Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Β ΛΟΥΚΑ 5-10-2014
Εμείς και οι άλλοι

Πολλές φορές μέσα στη μέρα βρισκόμαστε μπροστά στο πρόβλημα: «εμείς και οι άλλοι». Κι είναι πιο πραγματικό αν το πούμε: «εγώ και οι άλλοι». Και ποιοι είναι αυτοί «οι άλλοι»;
Οι γύρω μας άνθρωποι. Πρώτα όσοι ζουν στο στενό περιβάλλον μας. Οι άνθρωποι της οικογένειάς μας: οι γονείς μας, τ’ αδέλφια μας κι οι άλλοι συγγενείς.
Γύρω από την οικογένειά μας έρχονται σε κάποια σχέση μαζί μας κι ένα άλλο πλήθος ανθρώπων, που μπορεί, κατά κάποιον τρόπο, να μας εξυπηρετούν.
Έτσι εξαπλωνόμαστε και στο πιο πλατύ περιβάλλον της κοινωνίας, ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων, που κινούνται στους δρόμους και στα μέσα της συγκοινωνίας…
Να λοιπόν το πρόβλημά μας: Πώς πρέπει να φερόμαστε προς όλους αυτούς;
Μήπως πρέπει να σπουδάσουμε τους τρόπους της καλής συμπεριφοράς; Αλλά σήμερα από πολλούς έχουν ξεχαστεί και μάλλον τους έχουμε καταργήσει.
Δηλαδή, τους έχουμε καταργήσει για ό,τι αφορά στη δική μας συμπεριφορά προς τους άλλους. Έχουμε καταργήσει και το σεβασμό και την ευγένεια και την τιμιότητα… Όμως, για τον εαυτό μας απαιτούμε να μας φέρονται οι άλλοι με τους καλύτερους τρόπους. Σ’ αυτή την περίπτωση τούς θυμόμαστε. Λες και τους έχουμε γραμμένους, καλά χαραγμένους μέσα μας.
Θα σκέφτεσαι τώρα: Πώς είναι δυνατό να ξέρει ο καθένας ποιοι είναι οι σωστοί ανθρώπινοι τρόποι συμπεριφοράς; Όμως την απορία σου τη λύνει ο Κύριος στο σημερινό Ευαγγέλιο.
* * *
Σε μια πεδιάδα, που σχηματιζόταν στους πρόποδες κάποιου όρους της Γαλιλαίας, είχε συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος λαού να δει και ν’ ακούσει τον Κύριο.
Ο Κύριος θεράπευσε πρώτα τους αρρώστους τους και έπειτα άρχισε να τους διδάσκει. Αφού τους είπε πολλά σχετικά με τη ζωή τους και έδωσε θείες εντολές τους έδωσε με λίγες λέξεις και έναν περιληπτικό κανόνα πολύ βοηθητικό για όλη την κοινωνική συμπεριφορά τους:
«καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι,
και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Όπως θέλετε να συμπεριφέρονται σε σας και να σας κάνουν οι άνθρωποι, κι εσείς να κάνετε σ’ αυτούς τα ίδια.
Αλήθεια! Ποιος από μας δεν αγαπάει τον εαυτό του;! Όλοι μας τον αγαπάμε με το παραπάνω. Ε, λοιπόν, αυτή την αγάπη που έχουμε στον εαυτό μας, ζητάει ο Κύριος να την έχουμε μέτρο της συμπεριφοράς μας προς όλους τους ανθρώπους. Είναι ο έμφυτος νόμος, ο γραμμένος από το θεός στις καρδιές όλων των ανθρώπων!
Δεν μπορεί, λοιπόν, κανένας μας να δικαιολογηθεί αν είναι κακή η συμπεριφορά του. Μας το βεβαιώνει ο Κύριος, ο μοναδικός διδάσκαλος και Καθηγητής:
- Θέλετε, μας λέει, τέλειο κανόνα συμπεριφοράς προς τους γύρω σας; Μέσα σας τον έχετε. Ο εαυτός σας, με τα πολλά που ζητάει και θέλει από τους άλλους, μπορεί να σας δώσει άριστες εμπνεύσεις. Φτάνει μόνο να τα αντιστρέψετε. Θα βρείτε έτσι τρόπους πάρα πολλούς να εκδηλώνετε την αγάπη σας, τη συμπάθειά σας, την καλοσύνη σας, το σεβασμό σας, όπου και όπως χρειάζεται.
«Να κάνετε εσείς στους άλλους όσα θέλετε να σας κάνουν εκείνοι».
Αυτός ο τόσο σύντομος κανόνας, που έχει ονομασθεί «χρυσός κανόνας», είναι το θεμέλιο της χριστιανικής ζωής.
Είναι αλάθητος οδηγός και κώδικας της χριστιανικής συμπεριφοράς.
* * *
«Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι…»
Θέλεις στο περιβάλλον που ζεις, που σπουδάζεις ή εργάζεσαι να σε αγαπούν, να σου φέρονται με επιείκεια, κι αν έφταιξες σε κάτι, να μη θυμώσουν, να μη σε μαλώσουν, να μη σε τιμωρήσουν…
Θέλεις να σε περιποιούνται, να προσέχουν σ’ ό,τι λες, να πιστεύουν πως λες την αλήθεια… Να μη θυμούνται ότι κάποτε έφταιξες απέναντί τους…
Αυτά όλα που ποθείς και τα θέλεις για τον εαυτό σου, δείξε τα κι εσύ στους άλλους· «και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
Θέλεις να σέβονται την υπόληψή σου· να αναγνωρίζουν τις ικανότητές σου, τα χαρίσματά σου, και να μην ανοίγουν το στόμα τους και λέει η γλώσσα τους εναντίον σου κατηγορίες, λόγια ψεύτικα, συκοφαντικά…
Την ίδια συμπεριφορά που θέλεις για τον εαυτό σου, να δείχνεις κι εσύ και να μην κακολογείς κανένα!
Θέλεις ακόμη να προσέχουν τα πράγματά σου, ό,τι δικό σου και να μη σου τα καταστρέφουν… Την ίδια προσοχή να δείχνεις κι εσύ στα πράγματα των άλλων.
Σκόρπιζε γύρω σου την καλοσύνη που θέλεις να σου δείχνουν οι γύρω σου. Στη χαρά τους πρόσθεσε τη χαρά σου. Στη λύπη τους τη λύπη σου. Ελάφρυνε τον πόνο τους με τη συμπάθειά σου. Στην αρρώστια τους ή στη μοναξιά τους, χάρισέ τους αδελφικά τη συντροφιά σου.
Έτσι, όταν αυτό που θέλεις για τον εαυτό σου, το κάνεις μέτρο δικής σου προσφοράς στους γύρω σου, θα αισθάνονται τη ζεστασιά της αγάπης σου και θ’ ανακουφίζονται.
Μα το μεγαλύτερο μερίδιο της αμοιβής μιας τέτοιας χριστιανικής συμπεριφοράς θα είναι δικό σου· καταδικό σου. Ελευθερωμένη η ψυχή σου απ’ το καβούκι του ατομισμού –την αρρωστημένη αποκλειστική αγάπη στον εαυτό σου- θα πλημμυρίζει από χαρά και ευφροσύνη. Θα αισθάνεσαι μέσα βαθιά σου την αγαλλίαση που χαρίζει η προσπάθεια κι ο αγώνας να μοιάζεις με τον «οικτίρμονα» Θεό Πατέρα, που είναι γεμάτος αγάπη κι ευσπλαχνία προς όλα τα πλάσματά του· εμάς τους ανθρώπους.

Χαρά στην κοινωνία που όλα τα μέλη της εφαρμόζουν του Χριστού τον κανόνα· «το χρυσό κανόνα».

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Ἀς μήν ἀφήνουμε τήν λύπη, νά μᾶς κυριεύει τόσο…
 
Όταν το στομάχι μας είναι γερό, όσο δύσπεπτο φαγητό κι αν τρώμε, το χωνεύουμε ομαλά, δίχως να ταλαιπωρούμαστε από βαρυστομαχιά, ξυνίλες ή καούρες. Όταν, όμως, το στομάχι μας έχει κάποια βλάβη, και την πιο εύπεπτη τροφή αν του προσφέρουμε, τη δέχεται με δυσκολία, σαν να είναι η πιο βαρειά.
Τί εννοώ με όλα αυτά; Ότι η ψυχή που υποφέρει από λύπη και αθυμία, δεν μπορεί ούτε απ’ όσα της λες να ωφεληθεί ούτε κάτι ωφέλιμο να πει. Όπως ένα πυκνό σύννεφο, που σκεπάζει τον ήλιο, εμποδίζει τις ακτίνες του να φθάσουν στη γη, έτσι και η λύπη, που σαν άλλο σύννεφο σκεπάζει την ψυχή, δεν αφήνει τις ακτίνες της λογικής να την φωτίσουν.
Γι’ αυτό ο υπερβολικά λυπημένος άνθρωπος συνήθως είτε παραλογίζεται είτε βυθίζεται σε σιωπή. Μα και οι άλλοι, που τον βλέπουν, προτιμούν κι αυτοί να σωπάσουν. Θυμάστε τους τρεις φίλους του Ιώβ; Όταν τον αντίκρισαν γεμάτο πληγές και καθισμένο πάνω στην κοπριά, ξέσπασαν σε κλάματα και ξέσκισαν τα ρούχα τους. Έπειτα έμειναν μαζί του εφτά μερόνυχτα, αλλά, βλέποντας πόσο μεγάλος ήταν ο πόνος του, κανένας τους δεν άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει. Γνώριζαν καλά, βλέπεις, ότι, γι’ αυτούς που υποφέρουν, τίποτα δεν υπάρχει καλύτερο από την ησυχία και την σιωπή (Ιώβ 2:11-13).
Ας μην αφήνουμε την λύπη, πάντως, να μας κυριεύει τόσο, ώστε να μας οδηγεί σε παράλογες ενέργειες είτε σε αδιάκριτη εσωστρέφεια. Μας βρήκε ένας πειρασμός, μια δοκιμασία, μια συμφορά; Ο Θεός, που παραχώρησε τον πειρασμό, γνωρίζει και πότε πρέπει να λήξει. Αυτός, ως παντοδύναμος, μπορεί να μας απαλλάξει από κάθε κακό, όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, προπαντός όταν μετανοήσουμε για τις αμαρτίες μας και επιστρέψουμε κοντά Του.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Γιατί ντρέπεσαι να εξομολογηθείς;
 
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
Η ντροπή στην Εξομολόγηση έρχεται από τον σατανά πού παρακολουθεί άγρυπνος τί θα κάνουμε...
Ντρέπεσαι λοιπόν και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου; Αλλά και αν ακόμα έπρεπε να τις ομολογείς μπροστά στους ανθρώπους και να εξευτελίζεσαι, ούτε και τότε θα έπρεπε να ντρέπεσαι διότι ντροπή και αισχύνη είναι το να αμαρτάνεις, και όχι το να ομολογείς τις αμαρτίες σου...
Γνωρίζω και εγώ ότι δεν ανέχεται η συνείδηση την ενθύμηση των αμαρτιών μας. Διότι αν θυμηθούμε μόνον τις αμαρτίες μας η ψυχή μας αναπηδά όπως ακριβώς αναπηδά κάποιο αδάμαστο και δύστροπο πουλάρι.
Όμως συγκράτησε, χαλιναγώγησε, χάιδευσε τη ψυχή με το χέρι, κάνε τη ήμερη, πείσε την, ότι αν δεν εξομολογηθεί τώρα στον ιερέα, θα αναγκαστεί να εξομολογηθεί εκεί όπου είναι περισσότερη η τιμωρία, όπου είναι μεγαλύτερος ο παραδειγματισμός.
Εδώ το δικαστήριο είναι χωρίς μάρτυρα και δικαστής του εαυτού σου είσαι συ ο οποίος αμάρτησες· εκεί όμως θα παρευρίσκεται όλο το πλήθος της οικουμένης αν δεν προλάβουμε να τα σβήσουμε εδώ.
Ντρέπεσαι να ομολογήσεις τα αμαρτήματα; Να ντρέπεσαι τότε και να τα διαπράτεις!
Εμείς όμως όταν διαπράττουμε αυτά τολμάμε να τα διαπράττουμε κατά τρόπον αναίσχυντο και προκλητικό όταν όμως πρόκειται να τα ομολογήσουμε, τότε ντρεπόμαστε και αποφεύγουμε, ενώ έπρεπε να κάνομε τούτο με μεγάλη προθυμία. Διότι δεν είναι ντροπή το να κατηγορείς τα αμαρτήματα, αλλά δικαιοσύνη και αρετή εάν δεν ήταν δικαιοσύνη και αρετή δεν θα έδινε γι’ αυτήν ο Θεός αμοιβή.
Το ότι πράγματι έχει αμοιβές η εξομολόγηση, άκουσε τί λέγει «Λέγε πρώτος εσύ τα αμαρτήματά σου για να δικαιωθείς». Ποιός ντρέπεται να πράξει κάτι από το οποίο θα γίνει δίκαιος; Ποιός ντρέπεται να ομολογήσει τα αμαρτήματα, για να απαλλάξει τον εαυτόν του από τα αμαρτήματα; Μήπως σε προτρέπει να τα ομολογήσεις για να σε τιμωρήσει; Όχι βέβαια για να τιμωρήσει, αλλά για να συγχωρήσει.
Στα κοσμικά δικαστήρια συμβαίνει να επέρχεται η τιμωρία μετά την ομολογία της ενοχής. Για τούτο και ο ψαλμός υποπτευόμενος ακριβώς αυτό, μη τυχόν δηλαδή φοβούμενος κανείς τιμωρία μετά την εξομολόγηση αρνηθεί να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του, λέγει· «εξομολογηθείτε στον Κύριο τα αμαρτήματά σας, διότι είναι αγαθός, διότι το έλεος αυτού μένει εις τον αιώνα».
Μήπως (νομίζεις ότι ο Θεός) δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα σου, εάν εσύ δεν τα ομολογήσεις;
Λοιπόν τί περισσότερο γίνεται σε σένα όταν δεν τα ομολογείς; Μήπως μπορείς να διαφύγεις την προσοχή Του;
Και αν ακόμα δεν τα πεις εσύ, εκείνος τα είδε· αν δε τα πεις εσύ εκείνος τα λησμονεί. Διότι λέγει· «Ιδού εγώ είμαι ο Θεός εκείνος ο οποίος από αγάπη εξαλείφω τις αμαρτίες σου, και δεν τις ενθυμούμαι».
Βλέπεις; «Εγώ δεν θα τις ενθυμηθώ» λέγει· διότι τούτο είναι ίδιον της φιλανθρωπίας· συ να τις θυμηθείς για να σου γίνει αφορμή σωφρονισμού.
Αμάρτησες; Έλα στην Εκκλησία!
 
Αγίου Ιωάννη του Χρυσόστομου
Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. … Γι’ αυτό δεν θα ‘ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ’ αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.
Γι’ αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα- εξαφανίζει τις παρανομίες- σταματά το δάκρυ- δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό- είναι όπλο κατά του διαβόλου- μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι- ελπίδα σωτηρίας- αφαίρεση της απελπισίας. Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο. Γι’ αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι’ αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση.
Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου. Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τ’ αντικαθιστούμε με καινούργια- και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε.
Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ’ αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; – αναρωτιούνται μερικοί. Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα- και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ’ τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου. Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού. H δική σου κακία έχει ένα όριο- το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος. Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί; Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ’ αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.
Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην Εκκλησία! Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τη βοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να ‘ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν’ ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι’ αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.
Για πες μου, αν ο γιατρός βάλει ένα φάρμακο επάνω στην πληγή και δεν γίνεις καλά, δεν θα στο δώσει πάλι άλλη μέρα; Eίναι ένας ξυλοκόπος- θέλει να κόψει μια βελανιδιά. Παίρνει τσεκούρι- αρχίζει να χτυπά τη ρίζα. Aν δώσει ένα χτύπημα και δεν πέσει το άκαρπο δέντρο, δεν θα δώσει δεύτερο χτύπημα, δεν θα δώσει τρίτο, τέταρτο, δέκατο; Aυτό κάνε και σύ. Bελανιδιά είναι η πονηρή συνήθεια- άκαρπο δέντρο. Tα βελανίδια της είναι τροφή μόνο για χοίρους, που δεν έχουν λογική. Pίζωσε με το χρόνο μέσα στο μυαλό σου- νίκησε τη συνείδησή σου με το φύλλωμά της. O λόγος μου τσεκούρι. Tον άκουσες μια μέρα. Πώς είναι δυνατό σέ μία μέρα να πέσει κάτω αυτό που έχει πιάσει ρίζες μέσα σου τόσο καιρό; Λοιπόν, αν έρθεις δυό, αν έρθεις τρείς, αν έρθεις εκατό, αν έρθεις αναρίθμητες φορές ν’ ακούσεις, διόλου περίεργο δεν είναι. Mόνο προσπάθησε ν’ απαλλαγείς από ένα πράγμα πονηρό και δυνατό- από την πονηρή συνήθεια. Oι Iουδαίοι μάννα έτρωγαν, κι όμως ζητούσαν τα κρεμμύδια που έτρωγαν στην Aίγυπτο. «Kαλά – λέγαν- περνούσαμε στην Aίγυπτο». Άσχημο πράγμα η συνήθεια και ιδιαίτερα κακό! Λοιπόν, κι αν καταφέρεις νάρθεις δέκα μέρες, κι αν καταφέρεις νάρθεις είκοσι ή τριάντα, δεν σ’ αγκαλιάζω, δεν σέ επαινώ γι’ αυτό, δεν σού χρωστώ ευγνωμοσύνη. Mόνο μήν αποκάμεις- να μήν κουραστείς- αλλά νιώθε ντροπή και έλεγχε τον εαυτό σου.
Σας μίλησα πολλές φορές για την αγάπη. Ήρθες και άκουσες, κι ύστερα πήγες κι άρπαξες από τον αδερφό σου; Δεν ακολούθησες τα λόγια μου στη πράξη; Nα μη ντραπείς να ‘ρθείς στην Εκκλησία πάλι. Nτροπή να νιώθεις όταν αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι όταν μετανοείς. Kοίταξε τί σου έκανε ο διάβολος. Yπάρχουν δύο πράγματα- η αμαρτία και η μετάνοια. H αμαρτία είναι τραύμα- η μετάνοια φάρμακο. Όπως ακριβώς για τά σώματα υπάρχουν φάρμακα και τραύματα, το ίδιο και γιά την ψυχή- υπάρχουν τα αμαρτήματα και η μετάνοια.
H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή- η μετάνοια έχει το θάρρος και την παρρησία. Θέλω να με ακούσεις, σε παρακαλώ, με προσοχή, μήπως και δεν αντιληφθείς πώς είναι η τάξη των πραγμάτων, και χάσεις έτσι την ωφέλεια. Πρόσεξε τί θα πω! Yπάρχει το τραύμα- υπάρχει και το φάρμακο. Yπάρχει η αμαρτία- υπάρχει και η μετάνοια. Tο τραύμα είναι η αμαρτία- το φάρμακο η μετάνοια. Στο τραύμα υπάρχει πύον και μόλυνση- υπάρχει ντροπή- υπάρχει χλεύη. Στη μετάνοια υπάρχει παρρησία- το φάρμακο η δύναμη να καθαρίζει αυτό που έχει μολυνθεί. Στην αμαρτία υπάρχει μόλυνση- υπάρχει ελευθερία- υπάρχει καθαρισμός του αμαρτήματος. Παρακολούθησε με προσοχή τα λόγια μου! Mετά την αμαρτία έρχεται η ντροπή- μετά τη μετάνοια ακολουθεί το θάρρος και η παρρησία. Έδωσες προσοχή σ’ αυτό που είπα; Aυτή την τάξη των πραγμάτων την αντέστρεψε ο διάβολος, και έδωσε στην αμαρτία παρρησία, και στη μετάνοια έδωσε ντροπή.
Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν; Δεν ένιωθες ντροπή τότε που έπραττες την αμαρτία και νιώθεις τώρα που έρχεσαι να βάλεις φάρμακο επάνω στην πληγή. Tώρα που απαλλάσσεσαι από την αμαρτία, τώρα ντρέπεσαι; Όφειλες τότε να αισθάνεσαι ντροπή- έπρεπε τότε να ντρεπόσουν- τότε, όταν έπραττες την αμαρτία. Aμαρτωλός γινόσουν και δεν ένιωθες ντροπή, γίνεσαι δίκαιος και ντρέπεσαι; «Λέγε τις αμαρτίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Δεν είπε «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να μην τιμωρηθείς», αλλά «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Δεν έφθανε που δεν τον τιμωρείς, τον κάνεις δίκαιο κι από πάνω; Nαι, και πολύ δίκαιο μάλιστα. Πρόσεξε ακριβώς αυτά τα λόγια! Λέει: Tον κάνω δίκαιο αυτόν που θα μετανοήσει. Θέλεις να μάθεις και σε ποιά περίπτωση το έκανε αυτό; Tότε με τον ληστή. Mέ το να πει ο ληστής στο σύντροφό του απλώς και μόνο εκείνα τα γνωστά μας λόγια! «Mα ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; Kι εμείς δίκαια βέβαια- έχουμε μία τιμωρία όπως μάς αξίζει, για όλα όσα κάναμε»- την ίδια εκείνη τη στιγμή του λέει ο Σωτήρας: «Σήμερα κιόλας μαζί μου θα είσαι στον παράδεισο». Δεν του είπε: «σε απαλλάσσω από την κόλαση κι από την τιμωρία», αλλά τον βάζει στον παράδεισο, αφού τον κάνει δίκαιο.
Eίδες πώς έγινε ο άνθρωπος με την εξομολόγηση της αμαρτίας δίκαιος; Eίναι μεγάλη η φιλανθρωπία του Θεού! Θυσίασε τον Yιό, γιατί λυπήθηκε τον δούλο, παρέδωσε τον Mονογενή, για ν’ αγοράσει δούλους αχάριστους- πλήρωσε, δίνοντας για τίμημα το αίμα του Yιού Tου. Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Kαι μη μου πεις πάλι τα ίδια- «έχω πολλές αμαρτίες» και «πώς θα μπορέσω να σωθώ;». Eσύ δεν μπορείς, μπορεί όμως ο Kύριός σου και είναι τόση η δύναμή Tου, ώστε τα αμαρτήματα τα εξαλείφει.
Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Tα αμαρτήματα τα εξαλείφει, έτσι που ίχνος τους δε μένει. Bέβαια για τα σώματα αυτό δεν είναι δυνατό. Aκόμα κι αν αμέτρητες φορές θα προσπαθήσει ο γιατρός, ακόμα κι αν θα βάλει φάρμακα επάνω στην πληγή, γιατρεύει βέβαια την πληγή- πολλές φορές όμως πληγώνεται κανείς στο πρόσωπο και ενώ το τραύμα θεραπεύεται, μένει κάποιο σημάδι, που ασχημίζει και το πρόσωπο, αλλά και που θυμίζει πώς υπήρξε κάποτε ένα τραύμα. Kαι αγωνίζεται με χίλιους τρόπους ο γιατρός να εξαλείψει πέρα από την πληγή και το σημάδι. Mα όμως δεν τα καταφέρνει, γιατί τον αντιμάχεται η φύση του ανθρώπου η ασθενική και η αδυναμία της ιατρικής και των φαρμάκων. O Θεός όμως, όταν εξαλείφει τα αμαρτήματα, δεν αφήνει σημάδι ούτε επιτρέπει να παραμείνει κάποιο ίχνος επάνω στην ψυχή- αλλά μαζί με την υγεία χαρίζει και την ομορφιά- μαζί με την απαλλαγή από την τιμωρία δίνει και τη δικαιοσύνη- κι εκείνον που αμάρτησε, τον κάνει να ‘ναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Γιατί αφαιρεί το αμάρτημα και κάνει όχι μόνο να μην υπάρχει τώρα πια αυτό, αλλά και να μην έχει υπάρξει ούτε και στο παρελθόν. M’ αυτόν τον τρόπο ολοκληρωτικά το εξαλείφει. Δεν υπάρχει πλέον ουλή- δεν υπάρχει σημάδι- δεν υπάρχει ίχνος που να θυμίζει το τραύμα- δεν υπάρχει το παραμικρό που να φανερώνει πως υπήρξε πληγή (…).
Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Γιατί για όλους είναι, όλους αφορούν και οδηγούν στη σωτηρία. Παρασκευάζω φάρμακα, που είναι πιο σπουδαία από τα φάρμακα των ιατρών (…). Στα χέρια της μετάνοιας σάς παραδίδω- για να γνωρίσετε τη δύναμη που έχει- για να γνωρίσετε τί είναι ικανή να κατορθώσει και για να μάθετε πώς δεν υπάρχει αμάρτημα που να μπορεί να τη νικήσει, ούτε παράβαση του νόμου που να μπορεί να υπερισχύσει πάνω απ’ τη δική της δύναμη (…). Γνωρίζοντας, λοιπόν, το φάρμακο αυτό της μετάνοιας, ας απευθύνουμε δοξολογία στο Θεό. Γιατί η δόξα και η δύναμη αιώνια είναι δική Tου. Aμήν.”
Λόγος για τη μετάνοια (Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος)
Είναι οι προγαμιαίες σχέσεις πορνεία;

π. Eπιφάνιος Θεοδωρόπουλος
Υπάρχουν πολλοί, ενίοτε και καθηγητές Θεολόγοι που διδάσκουν μια πολύ «βολική» και «έξυπνη» θεωρία: Ότι πορνεία είναι μόνο η σαρκική ικανοποίηση που γίνεται έξω από το γάμο με πόρνες και με χρήματα (δηλαδή με πληρωμή).
Ενώ όπου υπάρχει αγάπη, όπου υπάρχει ψυχική επαφή, εκεί δεν έχουμε πορνεία.
Συνεπώς, ένα ζευγάρι νέων που αγαπιούνται και η σαρκική σχέση του αποτελεί«ολοκλήρωση της αγάπης των», δεν είναι πορνεία και άρα δεν κάνουν αμαρτία.

Το Ευαγγέλιο μόνο την πορνεία και τη μοιχεία απαγορεύει. Δεν απαγορεύει την «ολοκλήρωση της αγάπης» ενός ζευγαριού.
Βέβαια η λέξη «πορνεία» στην κυριολεξία σημαίνει την ικανοποίηση των σαρκικών ορέξεων με χρήματα, αφού στην αρχαιότητα ασκούσαν το «επάγγελμα» αυτό γυναίκες αγορασμένες, δηλαδή δούλες.
Όμως εκτός από την κύρια σημασία της, η λέξη πορνεία, είχε ανέκαθεν και τη σημασία της σαρκικής σχέσεως δύο ετερόφυλων προσώπων, χωρίς να υπάρχει χρηματική δοσοληψία.
Μία είναι η νόμιμη συζυγία ανδρός και γυναικός, αυτή που γίνεται με την ευλογία του Μυστηρίου του γάμου. Κάθε πράξη που γίνεται έξω από το Μυστήριο του γάμου χαρακτηρίζεται ως πορνεία ή μοιχεία και καμία διάκριση δεν γίνεται αν συμβαίνει με αμοιβή ή εξ αγάπης.

Πουθενά στην Αγία Γραφή δεν δικαιώνονται οι προγαμιαίες σχέσεις εφ’ όσον γίνονται μεταξύ δύο προσώπων που αγαπιούνται. Και πουθενά στην Αγία Γραφή δεν θα βρούμε αμνήστευση των σχέσεων αυτών, επειδή απουσιάζει η πληρωμή και γίνεται επίκληση του ερωτικού αισθήματος.

Ας αναφέρουμε μερικά παραδείγματα:
1) Η περίπτωση της Σαμαρείτιδος. Είχε τελέσει πέντε νόμιμους γάμους (ο νόμος τότε το επέτρεπε) και τώρα συζεί με ξένον άνδρα, ασφαλώς γιατί «αγαπιούνται». Έχει όμως τη συνείδησή της βαρειά, γι’ αυτό και όταν ο Κύριος της λέει να πάει να φωνάξει τον (νόμιμο) άνδρα της, εκείνη του λέει «ουκ έχω άνδρα» για να κρύψει ότι συζεί παρανόμως με άνδρα που δεν είναι νόμιμος σύζυγός της. Και ο Κύριος την επιβεβαιώνει, λέγοντας της ότι είπε την αλήθεια, γιατί πέντε άνδρες νυμφέυθηκε και αυτόν που έχει τώρα δεν είναι νόμιμος σύζυγός της. Δηλαδή ο Κύριος αρνείται πως η σχέση αυτή είναι νόμιμη και αποδεκτή.

2) Ο Απόστολος Παύλος ήταν άγαμος. Γράφει λοιπόν για τους άγαμους άνδρες και τις χήρες γυναίκες, ότι θα προτιμούσε και αυτοί να παραμείνουν όπως και αυτός δηλαδή να μην παντρευθούν. Δεν αγνοεί όμως ότι η αγαμία είναι μεν ανώτερη, αλλά όχι και εύκολος δρόμος. Γι’ αυτό προσθέτει: «Αν δεν μπορούν, λόγω της ασθενείας της σάρκας να εγκρατεύονται, τότε καλόν είναι να παντρευθούν». Δεν τους είπε να βολευθούν με εξώγαμες σεξουαλικές σχέσεις, βρίσκοντας ο καθένας ή η καθεμιά ένα … ταίρι έξω από το γάμο.
Μοναδική διέξοδος ο γάμος. «Μονόδρομος». Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Ούτε διανοείται ο Παύλος την εύκολη «λύση» των εξ αγάπης σχέσεων γι’ αυτούς που δεν εγκρατεύονται. Αυτά λέει το Πνεύμα το Άγιον διά στόματος Παύλου!

3) Και ερχόμαστε στο χωρίο (Α΄ Κορ. Ζ΄ 27-28).
«Δέδεσαι γυναικί; Μη ζήτει λύσιν. Λέλυσαι από γυναικός; Μη ζήτει γυναίκα. Εάν δε και γήμης ουχ ήμαρτες». Μια σχέση βλέπει ο Παύλος αναμάρτητη. Αυτή στο γάμο. Ούτε υπαινιγμός υπάρχει για σχέσεις «εξ αγάπης» έξω από το γάμο.

4) Επίσης ο θείος Παύλος γράφειστην (Α΄ Κορ. 5, 1) επιστολή του. «Όλως ακούεται εν υμίν πορνεία, και τοιάυτη πορνεία, ήτις ουδέ εν τοις έθνεσιν ονομάζεται, ώστε γυναίκα τινά του πατρός έχειν».
Ο άνθρωπος για τον οποίον ομιλεί ο Παύλος δεν εσκέπτετο πορνεία, απλώς συζούσε με τη μητριά του και προφανώς ο δεσμός του ήταν «εξ αγάπης». Δεν συζεί με χρήματα. Και όμως για τον Παύλο η αθέμιτος αυτή συζυγία ήταν πορνεία.

Οι επινοήσεις αυτές οδηγούν σε ΑΤΥΠΟΝ ΠΟΛΥΓΑΜΙΑΝ!

Γιατί είναι αυτονόητο ότι, όταν οι χριστιανές νέες διαφωνήσουν αργότερα με το πρόσωπο που αγαπούν σήμερα και με το οποίο «ολοκληρώνουν την αγάπη τους», δεν εμποδίζονται να το αντικαταστήσουν με άλλο. Κι αν και με εκείνο διαφωνήσουν και χωρισθούν, θα αναζητήσουν την «αγάπη» τρίτου, μετά τέταρτου, πέμπτου κ.ο.κ. μέχρις ότου «κάπου, κάποτε, με κάποιον» καταλήξουν σε γάμο. Το ίδιο θα πράττουν και οι χριστιανοί νέοι. Όλα αυτά είναι αναμάρτητα!!, γιατί γίνονται… «εξ αγάπης» και όχι με χρήματα; Ωραίος Χριστιανισμός! «Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος».

Αυτές είναι οι θέσεις του Χριστου και της Εκκλησίας Του. Ας μη μας πλανά ο Διάβολος. Ας μη απατούμε τον εαυτό μας. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί και ανάξιοι. «Τις καθαρός από ρύπου…»; Ας προσφέρουμε όμως την αμαρτωλότητά μαςμε ταπείνωση στο Θεό με τη μορφή της μετάνοιας. Μη καθησυχάζουμε και ναρκώνουμε τη συνείδηση μας λέγοντας ότι οι προγαμιαίες σχέσεις δεν είναι αμαρτία. Ότι είμαστε αδύνατοι, ναι. Ότι παρασυρθήκαμε, ναι. Όχι όμως ότι δεν είναι αμαρτία, δεν είναι πορνεία.

Αδελφοί, «στώμεν καλώς∙ στώμεν μετά φόβου»!! Είτε είμαστε Επίσκοποι, κληρικοί, πνευματικοί, θεολόγοι, λαϊκοί. Ο Χριστός δεν εμπαίζεται. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: «Εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί∙ έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι… ακρατείς… φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι» (Β’ Τιμ. 3, 1)

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014



Α Γ Ι Ο Σ   Κ Ο Σ Μ Α Σ   Ο   Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ


Ὁ ἅ­γιος ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ βλέμ­μα του νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς κο­ρυ­φὲς γύ­ρω του. Ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια ἁ­πλώ­νον­ταν ἀ­τέ­λει­ω­τες βου­νο­κορ­φὲς τὰ Ἄ­γρα­φα. Συμπαγὴς καὶ χιονόλευκος ὄγκος τὰ Τζουμέρκα ἀπόμακρα, ὄρθωναν μεγαλόπρεπο τὸ ἀνάστημά τους στὸν βορειο-δυτικὸ ὁρίζοντα. Αὐ­θόρ­μη­τα σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὰ εὐ­λό­γη­σε.
-   Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά! ἀ­να­φώ­νη­σε. Πό­σα γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ σώ­σε­τε, πό­σες ψυ­χές, ὅ­ταν ἔλ­θουν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια! Κα­λό­τυ­χοι ἐ­σεῖς ποὺ βρε­θή­κα­τε ἐ­δῶ, πά­νω στὰ ψη­λὰ βου­νά, για­τὶ αὐ­τὰ θὰ σᾶς φυ­λά­ξουν ἀ­πὸ πολ­λὰ δει­νά. Θὰ ἀ­κοῦ­τε καὶ δὲν θὰ βλέ­πε­τε τὸν κίν­δυ­νο.
-   Θὰ λευ­τε­ρω­θοῦ­με πο­τέ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ; ρω­τοῦ­σαν μὲ λα­χτά­ρα οἱ σκλά­βοι.
-   Αὐ­τὸ μιὰ μέ­ρα θὰ γί­νει ρω­μαί­ι­κο καὶ κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ζή­σει σὲ κεῖ­νο τὸ βα­σί­λει­ο.
-   Πό­τε θὰ γί­νει αὐ­τό, ἅ­γι­ε;
-   Τὸ πο­θού­με­νο θὰ γί­νει στὴν τρί­τη γε­νιά. Θὰ τὸ ἰ­δοῦν τὰ ἐγ­γό­νια σας. Τὰ βά­σα­να εἶ­ναι πολ­λὰ ἀ­κό­μη. Θυ­μη­θεῖ­τε τὰ λό­για μου. Τοῦ­το σᾶς λέ­γω καὶ σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω: κἂν ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ κα­τέ­βει κά­τω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀ­νέ­βει ἐ­πά­νω, κἂν ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, κα­θὼς μέλ­λει νὰ χα­λά­σει, σή­με­ρον, αὔ­ριον, νὰ μὴ σᾶς μέλ­λει τί ἔ­χει νὰ κά­μει ὁ Θε­ός. Τὸ κορ­μί σας ἂς τὸ κά­ψουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν, τὰ πράγ­μα­τά σας ἂς τὰ πά­ρουν. Μὴ σᾶς μέλ­λει. Δῶ­στε τα. Δὲν εἶ­ναι δι­κά σας. Ψυ­χὴ καὶ Χρι­στὸς σᾶς χρει­ά­ζον­ται. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο νὰ τὰ φυ­λά­γε­τε, νὰ μὴν τὰ χά­σε­τε.
Ἕ­ως ὅ­του κλεί­σει ἡ πλη­γὴ αὐ­τὴ τοῦ πλά­τα­νου, συ­νέ­χι­σε δεί­χνον­τας τὸ δέν­τρο ποὺ σκί­α­ζε τὴν πλα­τεί­α, τὸ χω­ριό σας θά ΄ναι σκλα­βω­μέ­νο καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νο.
Ὅ­ταν πέ­σουν δυ­ὸ πα­σχα­λι­ὲς μα­ζί, θὰ ἔρ­θει τὸ πο­θού­με­νο.
Ὅ­ταν δεῖ­τε τὸ χι­λι­άρ­με­νο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, τό­τε θὰ λυ­θεῖ τὸ ζή­τη­μα τῆς Πό­λης.
Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι (=οἱ Τοῦρ­κοι) θὰ φύ­γουν, ἀλ­λὰ θά ‘ρθουν πά­λι καὶ θὰ φθά­σουν ὣς τὰ Ἑ­ξα­μί­λια. Ἔ­πει­τα θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά. Ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους τὸ ἕ­να τρί­το θὰ σκο­τω­θεῖ, τὸ ἄλ­λο τρί­το θὰ βα­πτι­σθεῖ καὶ μο­νά­χα τὸ ἕ­να τρί­το θὰ πά­ει στὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά.
Θὰ ἔρ­θει και­ρὸς ποὺ οἱ Ρω­μιοὶ θὰ τρώ­γον­ται με­τα­ξύ τους. Ἐ­γὼ συ­στή­νω ὁ­μό­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη.
Τὰ λό­για του φω­τι­σμέ­να, προ­φη­τι­κά, ἔ­ρι­χναν στά­λα-στά­λα τὴν ἐλ­πί­δα στὶς τυ­ρα­γνι­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν σκλά­βων. Θέ­ρι­ευ­αν τὴ λα­χτά­ρα τους, δυ­νά­μω­ναν τὴν ὑ­πο­μο­νή τους. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, φώ­να­ξε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν νὰ ση­κω­θοῦν. Σκορ­πί­στη­καν μέ­σα στὸ πλῆ­θος γιὰ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν ὅ­σοι ἤ­θε­λαν. Τέ­λε­σαν Εὐ­χέ­λαι­ο καὶ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ νὰ χρι­σθοῦν. Βά­πτι­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.
Ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά­κο­πος. Τὸν πῆ­ραν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ τὸν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­φε­ρε μιὰ κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξιὰ τοῦ ἄν­τρα της καὶ ζή­τη­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­π’ τὸν ἅ­γιο νὰ τοῦ πλύ­νει τὸ που­κά­μι­σο. Τὸ ἔ­πλυ­νε εὐ­λα­βι­κὰ καὶ ὕ­στε­ρα ζή­τη­σε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γιὰ εὐ­λο­γί­α τοῦ σπι­τι­κοῦ της καὶ ὅ­λου τοῦ χω­ριοῦ. Γιὰ ἱ­ε­ρὸ κει­μή­λιο. Ὁ ἅ­γιος δὲν ἀρ­νή­θη­κε.
Πρω­ὶ-πρω­ὶ τοὺς ξύ­πνη­σε ἡ καμ­πά­να. Οἱ πλα­γι­ὲς καὶ τὰ φα­ράγ­για ἀν­τι­λά­λη­σαν. Χρό­νια εἴ­χα­νε ν’ ἀ­κού­σουν τὸ χαρμό­συ­νο, γλυ­κό της κε­λά­δη­μα. Εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει ἀ­λι­βά­νι­στοι. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σι­γὴ σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς πα­πᾶ. Οἱ Χρι­στια­νοὶ νη­στε­μέ­νοι κι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι λει­τουργή­θη­καν καὶ με­τά­λα­βαν. Τὰ νε­ο­φώ­τι­στα παι­διὰ κρα­τοῦ­σαν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὁ ἅ­γιος εἶ­πε καὶ μοί­ρα­σαν σ’ ὅ­λους κε­ριά, ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε ἡ συ­νο­δεί­α του. Τ’ ἄ­να­ψαν ὅ­λα καὶ ἡ τα­πει­νή τους ἐκ­κλη­σιὰ ἀ­στρα­πο­βό­λη­σε. Πλημμυρισμένες ἀπὸ χαρὰ οἱ καρδιές τους, ἀλάφρωσαν λίγο ἀπ’ τὸ πλάκωμα τῆς σκλαβιᾶς.Τοὺς φά­νη­κε σὰν νά ‘χαν Λαμ­πρή.
Ἤ­θε­λαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν ἀ­κό­μα, μὰ ὁ ἅ­γιος βι­α­ζό­ταν. Εἶ­χε νὰ πε­ρά­σει ἀ­μέ­τρη­τους τό­πους καὶ χω­ριά. Παν­τοῦ τὸν πε­ρί­με­ναν. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια τὸν ξε­προ­βό­δι­σαν. Ἔ­φε­ραν ἕ­να μου­λά­ρι γιὰ νὰ τὸν κα­τε­βά­σουν ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια μο­νο­πά­τια. Εἶ­παν στὸ παι­δὶ ποὺ τρα­βοῦ­σε τὸ σχοι­νί, ἂν συμ­βεῖ τί­πο­τε κά­τω στὶς κα­κο­το­πι­ές, νὰ τρέ­ξει ψη­λὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ρά­χη καὶ νὰ φω­νά­ξει. Ὁ ἅ­γιος χα­μο­γέ­λα­σε.
-   Θά ‘ρθει και­ρός, τοὺς εἶ­πε, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦν ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ μέ­ρος σὲ ἄλ­λο, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ πλα­γι­νὰ δω­μά­τια. Δὲν θὰ τα­ξι­δεύ­ε­τε πιὰ μὲ τὰ ζῶ­α. Θὰ δεῖ­τε στὸν κάμ­πο ἁ­μά­ξι χω­ρὶς ἄ­λο­γα νὰ τρέ­χει γρη­γο­ρώ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν λα­γό. Θὰ βγοῦν πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὰ σχο­λεῖ­α, ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν τὰ φαν­τά­ζε­ται. Ὅ­μως ἀ­π’ τοὺς δι­α­βα­σμέ­νους θὰ ‘ρθεῖ καὶ με­γά­λο κα­κό. Θὰ δεῖ­τε νὰ πε­τᾶ­νε ἄν­θρω­ποι στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν μαυ­ρο­πού­λια καὶ νὰ ρί­χνουν φω­τιὰ στὸν κό­σμο.
Οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­λά­βουν τὰ προ­φη­τι­κά του λό­για, μὰ τὰ φύ­λα­ξαν εὐ­λα­βι­κὰ στὴν καρ­διά τους. Θὰ τὰ ζοῦ­σαν καὶ θὰ τὰ κα­τα­λά­βαι­ναν κα­λὰ οἱ κα­το­πι­νὲς γε­νι­ές.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς εὐ­λό­γη­σε, χαι­ρέ­τη­σε καὶ ἔ­φυ­γε. Ὁ δρό­μος του ἦ­ταν μα­κρύς. Εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη τὴν Ἑλ­λά­δα, γιὰ νὰ ξα­να­στυ­λώ­σει τὸ ἀ­φα­νι­σμέ­νο του γέ­νος. Γιὰ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­τρε­χε. Καὶ τὰ κα­τά­φε­ρε.
«Ἐ­κα­τά­στη­σε σχο­λεῖ­α παν­τα­χοῦ, τό­σον ἑλ­λη­νι­κὰ (γυ­μνά-σια-λύ­κεια), ὅ­σον καὶ κοι­νὰ (δη­μο­τι­κά), διὰ νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­δί­α καὶ νὰ μα­θαί­νουν δω­ρε­ὰν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς πλου­σί­ους καὶ ἠ­γό­ρα­σαν ὑ­πὲρ τὰς τέσ­σα­ρας χι­λιά­δας κο­λυμ­βή­θρας με­γά­λας χαλ­κω­μα­τέ­νιας, πρὸς δώ­δε­κα γρό­σια τὴν κα­θε­μί­αν, διὰ νὰ βα­πτί­ζων­ται κα­θὼς πρέ­πει τὰ παι­δί­α τῶν Χρι­στια­νῶν. Βι­βλί­α ἐ­μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα εἰς ἐ­κεί­νους ὅ­που ἤ­ξευ­ραν γράμ­μα­τα.
Κομ­βο­σχοί­νια καὶ σταυ­ρού­δια ἐ­μοί­ρα­ζεν (ὑ­πὲρ τὰς πεν­τα­κο­σί­ας χι­λιά­δας) εἰς τὸν κοι­νὸν λα­όν, διὰ νὰ συγ­χω­ροῦν τοὺς ἀ­γο­ρά­ζον­τας. Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς ὅ­που τὸν ἠ­κο­λού­θουν, καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε νὰ ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε εἰς τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νὰ νη­στεύ­σουν καὶ νὰ κά­μουν ἀ­γρυ­πνί­αν.
Μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­άν, ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί. Ἐ­πει­δὴ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λιά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἑ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας».
Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς πέ­θα­νε μαρ­τυ­ρι­κά, μὲ ἀ­παγ­χο­νι­σμό, στὶς 24 Αὐ­γού­στου 1779, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, στὰ χώ­μα­τα τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου. Ἡ φω­τι­σμέ­νη του μορ­φὴ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ λα­οῦ μας. Ἔ­γι­νε δά­σκα­λος καὶ ὁ­δη­γὸς τοῦ γέ­νους μας. Ἂς κα­θο­δη­γεῖ καὶ ἐ­μᾶς στοὺς δύ­σκο­λους και­ρούς μας, νὰ εἴμα­στε ἄ­ξιοι τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ θέ­λη­σε νὰ μᾶς χα­ρί­σει.
Νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του!

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Ο “ζήλος” του ιερέως: Ένα διδακτικό όνειρο


zilos
Η πρώτη βαθμίδα αμαρτίας είναι να κάνης το καλό, αλλά όχι με καλό τρόπο.
Και ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει επτά περιπτώσεις κατά τις οποίες κάνοντας το καλό αμαρτάνουμε.
Μία από αυτές είναι όταν κάνουμε το καλό, αλλά όχι με καλό σκοπό.
Στο παρακάτω άρθρο από το περιοδικό Εφημέριος, το οποίο φυλάσσει στο αρχείο του ο π. Αρσένιος Κομπούγιας, διαφαίνεται μια τέτοια περίπτωση, κατά την οποία ένας Ιερέας δεν είχε ζυγίσει τις προθέσεις του…
Ένας ιερεύς ζηλωτής με πλούσια δράσι είδε κάποτε ένα όνειρο. Ο ίδιος μας το έχει περιγράψει ως εξής: “Καθόμουνα στην πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι εξαντλημένος από την εργασία. Το σώμα μου πονούσε απ’ τη μεγάλη κόπωσι. Πολλοί στην ενορία μου ζητούσαν τον πολύτιμο μαργαρίτη. Και πολλοί τον είχαν βρή. Η ενορία μου προώδευε από κάθε άποψι. Η ψυχή μου πλημμύριζε από χαρά, ελπίδα και θάρρος. Τα κηρύγματά μου έκαναν μεγάλη εντύπωσι. Πολλοί προσήρχοντο στην εξομολόγησι. Η Εκκλησία μου ήταν πάντοτε ασφυκτικά γεμάτη. Είχα κατορθώσει να κινητοποιήσω ολόκληρη την ενορία. Ικανοποιημένος απ’ όλα εργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρι εξαντλήσεως. Ενώ σκεπτόμουνα όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβω, με πήρε ο ύπνος.
Τότε συνέβη το εξής, που θα σάς περιγράψω:
Ένας ξένος μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήση την πόρτα. Το πρόσωπό του ήταν γλυκό κι είχε μεγάλη πνευματικότητα. Ήταν καλά ντυμένος και κρατούσε στο χέρι του μερικά όργανα χημικού εργαστηρίου. Η όλη του εμφάνισις προκαλούσε παράξενη εντύπωσι. Ο ξένος με πλησίασε. Κι ενώ μου άπλωνε το χέρι του για να με χαιρετήση, μ’ ερώτησε: “Πώς πάει ο ζήλος σου;”. Η ερώτησις αυτή μου προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατί ήμουν πολύ ικανοποιημένος με το ζήλο μου. Και δεν είχα καμιά αμφιβολία, πώς κι αυτός ο ξένος θα ήταν πολύ χαρούμενος, αν το γνώριζε. Τότε, όπως θυμάμαι απ’ το όνειρό μου, για να του δείξω πόση αξία έχει ο ζήλος μου, σαν να έβγαλα απ’ το στήθος μου μια συμπαγή μάζα, που ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. Του την έβαλα στο χέρι. Και του λέω: “Αυτός είναι ο ζήλος μου!”. Εκείνος την πήρε και τη ζύγισε προσεκτικά πάνω στη ζυγαριά του: “Ζυγίζει 50 οκάδες”, λέει σοβαρά. Εγώ μόλις μπορούσα να συγκρατήσω τη χαρά μου για το βάρος αυτό. Εκείνος όμως με σοβαρότητα σημείωσε το βάρος σ’ ένα χαρτί και συνέχισε την εξέτασί του. Έσπασε τη μάζα εκείνη σε κομμάτια και την έβαλε μέσα σ’ ένα χημικό τηγάνι πάνω στη φωτιά. Όταν η μάζα έλυωσε και καθαρίστηκε, την έβγαλε απ’ τη φωτιά. Ξεχώρισε τα διάφορα στοιχεία. Όταν αυτά κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τα άγγιζε με ένα σφυράκι και ζύγιαζε το καθένα ξεχωριστά. Έπειτα σημείωνε προσεκτικά το βάρος κάθε κομματιού πάνω στο χαρτί. Όταν τελείωσε, μου έριξε μια ματιά, γεμάτη από συμπόνια και μου λέγει: “Εύχομαι να σε λυπηθή ο Θεός και να σωθής”. Κι αμέσως εγκατέλειψε το δωμάτιο. Στο χαρτί, που μου άφησε στο τραπέζι, ήταν γραμμένα τα εξής: “Ανάλυσις του ζήλου του ιερέως Χ. Συνολικόν βάρος: 50 οκάδες. Η προσεκτική ανάλυσις παρουσιάζει τα εξής στοιχεία: Φανατισμός – 5 οκάδες Προσωπική φιλοδοξία – 15 οκάδες Φιλοχρηματία – 12 οκάδες Επίδειξις – 9 οκάδες Τάσις προς επιβολήν και κυριαρχίαν πάνω στις ψυχές – 6 οκάδες Αγάπη προς τον Θεόν – 2 οκάδες Αγάπη προς τους ανθρώπους – 1 οκά Σύνολον – 50 οκάδες.” Η παράξενη συμπεριφορά του ξένου και η ματιά με την οποία με αποχαιρέτησε, μου μετέδωσαν κάποια ανησυχία. Μά όταν είδα το αποτέλεσμα της εξετάσεώς του, ένοιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν. Θέλησα στην αρχή ν’ αμφισβητήσω την ορθότητα των αριθμών. Μά εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν αναστεναγμό του ξένου, που είχε φθάσει στην εξώπορτα. Ηρέμησα κι άρχισα να σκέπτωμαι πιο ψύχραιμα. Μά καθώς σκεπτόμουνα, σκοτείνιαζε μπροστά μου. Δεν μπορούσα να διαβάζω το χαρτί, που κρατούσα στα χέρια μου. Αγωνία και φόβος με κατέλαβαν. Στα χείλη μου ήλθε η κραυγή: “Κύριε, σώσε με”. Έρριξα πάλι μια ματιά στο χαρτί. Ξαφνικά μεταμορφώθηκε αυτό σ’ έναν ολοκάθαρο καθρέπτη, που καθρέπτιζε την καρδιά μου. Ένοιωσα και ανεγνώρισα την κατάστασί μου. Με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσα τον Κύριο να μ’ ελευθερώση απ’ το Εγώ μου. Τέλος ξύπνησα με μια κραυγή αγωνίας. Στα περασμένα χρόνια παρακαλούσα τον Θεό να με σώση από διαφόρους κινδύνους. Μα απ’ τη μέρα εκείνη άρχισα να παρακαλώ το Θεό να μ’ ελευθερώση απ’ το δικό μου Εγώ. Για πολύν καιρό ένοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ύστερ’ από επίμονες προσευχές, ένοιωσα το φως του Κυρίου να πλημμυρίζη την καρδιά μου και να καίη τ’ αγκάθια του εγωκεντρισμού. Όταν ο Κύριος με καλέση κοντά Του, θα Τον ευχαριστήσω ολόθερμα για την αποκάλυψι εκείνης της ημέρας. Μου φανέρωσε τότε τον αληθινό εαυτό μου και ωδήγησε τα πόδια μου στον πιο στενό, αλλά πιο όμορφο δρόμο. Κάθε μέρα ανανέωνα τις αποφάσεις μου. Εκείνη η επίσκεψις που μου έκαμε Εκείνος που “ετάζει καρδίας και νεφρούς”, με έκαμεν άλλον άνθρωπο και ωφέλησε πολύ την εργασία μου”. Άραγε τί αποτέλεσμα θα παρουσίαζε η εξέτασις του ιδικού μου ζήλου; Θα παρουσίαζε τους γλυκούς εκείνους καρπούς του Πνεύματος, για τους οποίους ομιλεί ο Απόστ. Παύλος (Γαλ. ε΄, 22); Ή μήπως θα φανέρωνε εγωκεντρικές εκδηλώσεις; Ας κλίνωμε γι’ αυτό όλοι ταπεινά τα γόνατά μας μπροστά στο μεγαλείο του Θεού! Ας αφήνωμε το φως του να διεισδύη ως τα τρίσβαθα της ψυχής μας, για να γνωρίζωμε τον αληθινό εαυτό μας.
Ας μη συγχέωμε ποτέ το καθήκον με εγωκεντρικές αποκλίσεις και επιθυμίες μας.
(Αναδημοσίευση από τον “Εφημέριο”, 1-11-1956)

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014


Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

ΠΕΡΙ ΤΩΝ "ΕΓΚΩΜΙΩΝ" Ή ΤΟΥ "ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ" ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ



Του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου 
Αναπόσπαστο, πλέον, στοιχείο του Δεκαπενταυγούστου στην Ελλάδα είναι η τέλεση της λεγομένης «Ακολουθίας του Επιταφίου» της Παναγίας, κατά μίμησιν του Επιταφίου Θρήνου του Κυρίου. Η Ακολουθία αυτή έχει καταστεί δημοφιλής ή καλύτερα φολκλορική υπόθεση, την οποία μεταχειρίζεται ο κάθε εφημέριος ή και επίσκοπος κατά το δοκούν. Με αφορμή αυτή την κατάσταση που εμπεριέχει αρκετή δόση αυθαιρεσίας και άρα συνιστά σημαντική λειτουργική αταξία, επισημαίνουμε τα εξής: 
1. Κανονικά η Ακολουθία των Εγκωμίων της Παναγίας, ψάλλεται ως και του Χριστού (όρθρος Μ. Σαββάτου) μετά την θ' ωδή προ του εξαποστειλαρίου ανήμερα της εορτής της Κοιμήσεως. Το γράφει και ο Διονύσιος Παλαιών Πατρών, που συνέγραψε σχετική ακολουθία το 1541 μ.Χ., στην σχετική τυπική του διάταξη. Άρα τα Εγκώμια δεν πρέπει να ψάλλονται όποτε θέλει ο καθείς, όπως συμβαίνει σήμερα, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Η αυτονόμηση της ακολουθίας έχει δυστυχώς πολλές παρενέργειες... 
2. Κανονικά τα Εγκώμια - είναι γνωστό - δεν περιλαμβάνονται στο επίσημο τυπικό της εορτής. Ψάλλονταν αρχικά, όπως φαίνεται, στα Ιεροσόλυμα, στον τάφο της Παναγίας, κάτι που ισχύει μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει, επίσης, πως δεν θα πρέπει να ψάλλονται σε όλες τις ενορίες του κόσμου, αλλά μόνο όπου υπάρχουν θεομητορικά προσκυνήματα. Κι αυτό ελέγχεται... Κάποια στιγμή τα Εγκώμια της Παναγίας "πέρασαν" στη νησιωτική Ελλάδα, στα Δωδεκάνησα πρώτα και στην Πάτμο, μάλλον, αρχικά. Τα τελευταία χρόνια (30 υπολογίζω) έγιναν μόδα και στην κυρίως Ελλάδα, διότι στην ακολουθία αυτή αρέσκεται "το ευσεβές πλήρωμα", το οποίο την θέλει και θεαματική! Πρέπει, όμως, να μας προβληματίσει σοβαρά το γεγονός ότι τόσο στο Άγιον Όρος, τον κατ’εξοχήν θεομητορικό τόπο, όσο και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο (μη ξεχνάμε ότι η Πόλη είναι η πόλη της Θεοτόκου) δεν ψάλλονται τα Εγκώμια της Παναγίας. 
3. Στα Εγκώμια δεν υπήρχε η παράδοση του "Σώματος" της Παναγίας και η λιτάνευσή του. Ο Διονύσιος το 1541 το γράφει καθαρά: "...προευτρεπισθέντος αναλογίου, τίθεται η αγία εικών της Κοιμήσεως της Θεοτόκου". Άρα το "σώμα" φοβούμαι πως αποτελεί παραφθορά... Μεγίστη δε γελοιότητα αποτελεί η υπό τινων εφημερίων «περιφορά του Επιταφίου της Παναγίας» εν τω μέσω της νυκτός, καθώς μια άλλη μόδα των ημερών μας απαιτεί τα Εγκώμια με Αγρυπνία παραμονές της εορτής. Το σωστό είναι τα Εγκώμια στην Αγρυπνία της εορτής. 
4. Δυστυχώς δεν έχουμε μια ολοκληρωμένη μελέτη επί του θέματος για να ξέρουμε πότε ακριβώς καθιερώθηκαν τα Εγκώμια, στα Ιεροσόλυμα αρχικώς. Αν όμως σκεφθούμε ότι και η εισαγωγή στα Τυπικά των Εγκωμίων της Μ. Παρασκευής πρέπει να έγινε στα μέσα του 15ου αιώνα (όπως παρατηρεί σε κείμενό του ο Σταύρος Ζουμπουλάκης βασιζόμενος στους ειδικούς), τότε το να γράφει ο Διονύσιος Παλαιών Πατρών στην Πάτρα τα Εγκώμια της Παναγίας στα μέσα του 16ου αιώνος είναι ένα γεγονός με μεγάλο ενδιαφέρον. Και δεν πρέπει να παραθεωρηθεί η πραγματικότητα της εποχής. Η Πάτρα, όπως και όλη η τότε υπόδουλος χώρα, ανήκε εκκλησιαστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο δεν υιοθέτησε ποτέ την πρακτική των Εγκωμίων της Παναγίας. 
Δεν έχουμε πάντως ενδείξεις ότι τα Εγκώμια του Διονυσίου εψάλησαν στη Μονή Γηροκομείου Πατρών. Μέχρι το 1997, οπότε ο μακαριστός Πατρών Νικόδημος εισήγαγε την Ακολουθία (μετά από σχετική έρευνα), δεν υπήρχε καμία σχετική παράδοση. Ούτε τον Διονύσιο ως Παλαιών Πατρών δεν γνωρίζαμε. Άρα η έρευνα έχει πολύ δρόμο ακόμα.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

Tουρκέψαμε…!!!!


Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός

Δάσκαλος, Κιλκίς

Τις προάλλες, Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου, το κοπροκανάλι, που, όπως βαυκαλίζεται, «απευθύνεται στο νεανικό κοινό», πρόβαλλε μια κινηματογραφική ταινία με τίτλο «το αστέρι του Βορρά». Σύμφωνα με την σχετική ένδειξη ήταν κατάλληλο για όλους. Η πλοκή του έργου; Τίποτε παραπάνω από τις γνωστές, κρανιοκενείς, αμερικανικές αηδίες. Ανισόρροπες, επιστημονικές φαντασίες, με καταιγισμό εικόνων και δράσης. Προφανώς πολλοί γονείς, εμπιστευόμενοι την ένδειξη καταλληλότητος, επέτρεψαν στα παιδιά τους να το παρακολουθήσουν.

Ίσως, όμως, δεν αντιλήφθηκαν πως πρωταγωνιστές, εκτός από ανθρώπους, ήταν και… δαιμόνια. Έτσι ακριβώς. Κάθε άνθρωπος συνοδευόταν στο έργο, ως αναπόσπαστο θα λέγαμε μέρος του εαυτού του, από ένα δαιμόνιο με μορφή ζώου. Το δε δαιμόνιο του «αρχηγού των κακών» ήταν ένα φίδι («ο αρχέκακος όφις»).

Το σχέδιο καλοστημένο. Η ρυπογόνος «Νέα Εποχή» μαγαρίζει αθώες παιδικές ψυχές, χρησιμοποιώντας ως καρυκεύματα αποκοίμησης των γονέων, μεθόδους και μέσα που δεν προκαλούν υποψίες: παιδική λογοτεχνία, κινηματογραφικά και τηλεοπτικά προγράμματα, παιχνίδια και, τα τελευταία χρόνια, και αυτό το σχολείο μέσω των επικίνδυνων βιβλίων. Στο βιβλίο, για παράδειγμα της «Θεατρικής Αγωγής», το οποίο διανέμεται στην Ε’ και Στ’ τάξεις του δημοτικού, στην σελίδα 81, οι μαθητές καλούνται να υποδυθούν το δαιμόνιο. (Όλο αυτό το ευφημιστικώς λεγόμενο σχολικό βιβλίο, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως εγχειρίδιο μαγείας. Η ορολογία του παραπέμπει σε τεχνικές της γιόγκας και λοιπών αναθυμιάσεων της Ανατολής. Πρωταγωνιστής είναι ένας «Μάγος της Σκηνής, ο μεγάλος μας φίλος, ο δάσκαλος μας» καταπώς αναγράφεται στο εισαγωγικό κείμενο).

Μία από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι και ο εγκλωβισμός, τρόπον τινά, της οικογένειας στο κάστρο της, στο σπίτι. Ουδέν κακόν θα αντιτείνει κάποιος. Καιρός να συμμαζευτούμε. Συμφωνώ. Πώς όμως αξιοποιεί η οικογένεια τον ελεύθερο χρόνο της; Παρακολουθώντας τα φωτογενή περιττώματα που εκπέμπει η τηλεόραση. Στο σπίτι δεσπόζει ο «τρίτος γονέας», όπως προσφυώς ονομάστηκε η τηλοψία. Τι εισπνέει σήμερα η ελληνική οικογένεια μέσω του εκχαυνωτικού μέσου; Σήψη, εκφυλισμό, κτηνωδία και… εκτουρκισμό. Ό,τι δεν μπόρεσε να πετύχει η τουρκική θηρωδία και σκλαβιά 400 και 500 χρόνια, το κατορθώνει «ανεπαισθήτως» με την ύπουλη τηλεοπτική προπαγάνδα. Ανέλαβαν εργολαβικά οι τηλεχαβούζες να εξωραϊσουν την Τουρκιά, ώστε να βρεθεί, εν ευθέτω χρόνω, η γενιά των γενίτσαρωνπου θα αποδεχτεί τις ονειροφαντασίες του νεοοθωμανισμού.

Το 1994, ο σεβαστός π. Θεόδωρος Ζήσης εξέδωσε ένα εξαιρετικό βιβλίο με τίτλο: «Φραγκέψαμε» και υπότιτλο «η ευρωπαϊκή μας αιχμαλωσία». Στην σελίδα 79 διαβάζουμε: «Τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους ανεξαρτησία ή την υλική τους ευμάρεια, αλλά όταν χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, την γλώσσα και την θρησκεία τους».

Ακριβώς. Χάσαμε την πολιτιστική μας αυτοσυνειδησία, φραγκέψαμε,γίναμε Λεβαντίνοι, ξεπουλήσαμε τιμημένα πρωτοτόκια, αντί πινακίου «φράγκικης φακής», σάπιας και μουχλιασμένης. Και όπως διδάσκει η Ιστορία ο φραγκολεβαντίνος – που έχει το αίμα δέκα εθνών και την ψυχή κανενός – εύκολα τουρκεύει. Είναι γνωστό ότι τις παραμονές της αλώσεως της Πόλης, ορισμένοι άρχοντες του ψυχορραγούντος κράτους, αντιδρούσαν σε κάθε σκέψη ενώσεως με την παπική Ρώμη, έστω κι αν έμενε εκτεθειμένη η Πόλη στην επιθετική βουλιμία των Τούρκων. Πίστευαν ότι, εάν μας υπέτασσε ο φραγκοπαπισμός, θα χάναμε μαζί με την Ορθοδοξία και την ελληνικότητά μας. Η Ιστορία τους δικαίωσε περίτρανα. Όπως γράφουν οι σύγχρονοι της Επαναστάσεως του ’21 ιστορικοί Ιωάννης Φιλήμων και Σπυρίδων Τρικούπης, αρκετοί Έλληνες παπικοί που κατοικούσαν στα νησιά των Κυκλάδων, έδειξαν τότε ανάρμοστη εθνική συμπεριφορά. «Πολύ ολίγοι εφάνησαν Έλληνες», γράφει ο Τρικούπης, μερικοί μάλιστα είχαν «και μυστικάς σχέσεις προς τους εχθρούς του έθνους, τους Τούρκους». Ο δε Φιλήμων σημειώνει ότι «την ώραν κατά την οποίαν το ελληνικόν άπαν κατά τε την Ευρώπην και την Ασίαν ηγωνίζετο, προσφερόμενον θυσία υπέρ της κοινής πατρίδος, η διαγωγή των εν ταις νήσοις Ελλήνων του δυτικού δόγματος παρουσιάζει επονείδιστον και αποτρόπαιον στίγμα». Υπενθυμίζω και την αειθαλή και αγέρωχη απάντηση του μαρτυρικού Πατριάρχη του Γένους, Κύριλλου Λούκαρη, στους δυτικούς (περί το 1600), οι οποίοι μας εγκαλούσαν διότι απωλέσαμε την «εξωτέραν σοφίαν». «Αν είχε βασιλεύσει ο Τούρκος εις την Φραγκίαν δέκα χρόνους, χριστιανούς εκεί δεν εύρισκες…». Τώρα που το Ισλάμ διέβη τα τείχη της Βιέννης, πληθαίνουν οι μιναρέδες στα Παρίσια και στις Λόντρες.

Έγραφα στον πρόλογο για τα τηλεσκύβαλα με τα δαιμόνια. Αν γυρίσεις κανάλια τι θα δεις και τι θα ακούσεις; Βρικόλακες-σουλτάνοι της Τουρκιάς που έπιναν το αίμα του Γένους μας, αγάδες και «μεμέτια» να αλληλοσπαράσσονται, την γλώσσα, την αχώνευτη, που κάποτε ξεκλήριζε ρωμαίϊκα σπιτικά. Και τα κοπρόσκυλα, οι κερδέμποροι του θεάματος, να τρίβουν τα χέρια τους για την απρόσμενη τηλεθέαση. Τουρκέψαμε, προδίδουμε την πάλαι ποτέ «μεγαλόψυχη στον πόνο κα στη δόξα» μάνα μας, την πατρίδα.

Για τους επιλήσμονες των παθών του λαού μας από τους Τούρκους, παραθέτω μία μαρτυρία που περιέχεται στο βιβλίο «Οι τουρκικές ωμότητες στην Κύπρο» του Π.Σ. Μαχλουζαρίδη. Γράφτηκε στην Λευκωσία το 1974-75 και καταγράφει καταθέσεις θυμάτων της εισβολής, που λήφθηκαν από την Κυπριακή Αστυνομία και το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων.

«Σ’ ένα χωριό που έπεσε στα χέρια των Τούρκων εισβολέων, κατοικούσε για πολλά χρόνια ένα ανδρόγυνο με 8 παιδιά, όλοι παντρεμένοι, που ζούσανε εκτός του χωριού. Ο άντρας ήταν 74 χρόνων και η γυναίκα του 71 χρόνων. Κατά τον δεύτερο γύρο της τουρκικής εισβολής, οι περισσότεροι χωριανοί έφυγαν και παραμείνανε μόνο λίγοι «γέροι τζιαί κοτζιάκαρες». Αυτοί έκαναν την σκέψη ότι, αφού ήταν τόσο προχωρημένοι στην ηλικία, δεν διατρέχανε κανένα κίνδυνο αναφορικά με την τιμή τους. Και αφού νιώθανε πως βαθιές ήτανε οι ρίζες τους στον τόπο που τους γέννησε και τους ανάθρεψε, στην γη, που πότισαν με τον ιδρώτα τους κι αυτή σαν ανταμοιβή τους γεννοβόλησε και τους πρόσφερε τα αγαθά της, πήραν την απόφαση να μείνουν. Το μετάνιωσαν όμως, γιατί οι προβλέψεις τους δεν βγήκαν σωστές.  Ο74χρονος γέρος  με πολλή πικρία διηγείται το πάθημά του: «Μόλις νύχτωσε και έφυγαν οι στρατιώτες, έπιασαν την γυναίκα μου και από τα χωράφια επεστρέψαμε στο… (χωριό). Πήγαμε στο σπίτι μου, είδαμε την γερημιά και εφύγαμε. Πήγαμε στο σπίτι της κουμέρας μου Α.Γ., όπου μείναμε 5 μέρες, και μετά ήρταν τρεις Τούρκοι στρατιώτες εκ Τουρκίας με όπλα, ήταν ηλικίας περίπου 22 χρόνων, όπου εμένα και την κουμέρα μου μας κλείσανε σε μία κάμαρη και ο ένας στρατιώτης εγλεπέν μας με τ’ όπλο. Μετά λίγην ώραν έφυγαν και οι τρεις Τούρκοι, όπου η γυναίκα μου μου είπε ότι οι δύο Τούρκοι εβάλαν την με το ζόρι χαμαί πάνω στο κριθάρι, όπου ο ένας εκράταν την και ο άλλος την επείραξεν, δηλ. την εβίασεν· το ίδιον εκάμαν κι οι δύο, δηλ. την επείραξεν ο ένας μετά τον άλλον. Κατά το δείλις περίπου· ήρταν πάλιν τρεις, ο ένας εκ των οποίων ήταν από αυτούς που ήτο το πρωί, όπου εσπρώξαν την γυναίκα μου μέσα στην κάμαρην και εμπήκεν ένας μαζί της και εβάδωσε την πόρτα· μετά από λίγον έφυγαν κι η γυναίκα μου μου είπεν ότι την έπιασε με το ζόρι και την εβίασε. Μετά από αυτό το ρεζιλίκι εφύγαμε πεζοί κι οι τρεις, δηλ. εγώ, η γυναίκα μου και η κουμέρα μου, για να πάμε στην… (χωριό).

Η εξιστόρηση από την παθούσα είναι ακόμη πιο δραματική. Εκτός του ότι βεβαιώνει τα όσα κατέθεσε ο άντρας της, η αφήγησή της, σε γλώσσα με κυπριακούς ιδιωματισμούς, δημιουργεί ανατριχίλα και αποτροπιασμό για τις αισχρότητες, την βδελυρότητα και την ανήκουστη συμπεριφορά προς μία γριά, που όπως λέγει και η κυπριακή θυμοσοφία, «το ‘ναν την πόδιν ήταν στην γην και τ’ άλλον στον Άδην». Στο σημείο αυτό κλήθηκε η γριά μαυροντυμένη με το μαντήλι της κεφαλής της κατεβασμένο χαμηλά, για να σκεπάζη ολόκληρο σχεδόν το πρόσωπό της. Κάτωχρη και ταλαιπωρημένη, με εμφανή τα ίχνη της ντροπής και τον φόβο για τα τότο αισχρά, που θα είχε να εξιστορήση, πλησίασε τον Εισαγγελέα και παρακλητικά κάτι του ψιθύρισε στ’ αυτί. Ακολούθησαν μερικές στιγμές και ο Εισαγγελέας απευθυνόμενος προς τους λοιπούς παρισταμένους υπέβαλε τη θερμή παράκληση της μάρτυρος να της επιτραπή να μη επαναλάβη τα όσα της συνέβησαν, γιατί αισθανόταν ντροπή και καταισχύνη». (σελ. 70).

Η ατιμασμένη από τους Τούρκους εισβολείς, γερόντισσα, σήμερα δεν ζει. Ο τάφος και ο φιλεύσπλαχνος Δημιουργός έσβησαν την καταισχύνη της. Εμείς όμως «φιλοξενούμε» αδιάντροπα νυχθημερόν στα σπίτια μας τα έκγονα των κτηνανθρώπων…

Γράψτε ένα σχόλιο

“Καταβάλλεται προσπάθεια να αποβληθεί από τη ζωή μας κάθε τι που θυμίζει τον Θεό” Μητροπολίτης κ. Νικόλαος Χατζηνικολάου

1

Ήδη βρισκόμαστε στην περίοδο του Δεκαπενταυγούστου και καθώς καθημερινά ψάλλουμε τους κανόνες της Παρακλήσεως στην Παναγία μας, ο πόνος και η ελπίδα εναλλάσσονται στην καρδιά μας. Η θλίψη και η αίσθηση του αδιεξόδου για τα γήινα, τα καθημερινά αλλά και τα κοινωνικά και εθνικά μας θέματα, όταν δεν τα απωθούμε, κυριολεκτικά μας πνίγουν.
Φθάσαμε σε μία κατάσταση όπου οι διαχειριστές της ζωής και της ιστορίας μας μας έχουν απογοητεύσει. Το μόνο που καταφέρνουν να κάνουν είναι να καταργούν τη λογική, να ξερριζώνουν κάθε στοιχείο της επιβίωσής μας και να ξηλώνουν κάθε κλωστή από το κέντημα του πολιτισμού και των αξιών μας.
Η παιδεία έχει συστηματικά απογυμνωθεί από την παράδοση και τις αξίες της ιστορίας και του πολιτισμού μας. Η οικογένεια δέχεται και αυτή νομοθετικά χτυπήματα που απεργάζονται τη διάλυσή της. Η πολυτεκνία φορολογείται, η πίστη περιθωριοποείται, η ελευθερία καταργείται.

Καί τώρα τελευταία, κάποιοι αποφάσισαν να φορολογήσουν και τον Θεό που αυτοί φαίνεται πως δεν πιστεύουν, αλλά στον Οποίο και μόνον Αυτόν εμείς ελπίζουμε. Τα πάντα ερμηνεύονται με οικονομικές παραμέτρους, ακόμη και οι τελευταίες εναπομείνασες πνευματικές μας σταθερές.
Μόλις πριν από λίγες μέρες, παρά τις κραυγές αγωνίας της Ιεράς Συνόδου και αρκετών Μητροπολιτών, αγνοώντας και τις διαμαρτυρίες των συνδικάτων των εργαζομένων, τελικά κατάφεραν νομοθετικά να αποδυναμώσουν και την από αιώνων και από Θεού καθιερωμένη αργία της Κυριακής. Η πράξη αυτή χτυπάει και την ψυχή και την φύση μας και τις κοινωνικές αντοχές μας. Μας απομυζούν τον χρόνο του Θεού, τον χρόνο της ανάπαυσης, και μας στερούν τον χρόνο να ζήσουμε λίγες στιγμές μαζί ως οικογένεια. Ο κατήφορος, αγαπητοί μου, φαίνεται πως δεν έχει τελειωμό. Ούτε και ο παραλογισμός όρια. «Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι».
Ήδη φτιάχνεται ένας λαός που ενοχλείται από την θέα των ναών και τους ήχους των καμπανών. Οι αγιασμοί και οι ευλογίες περιορίζονται. Το μάθημα των θρησκευτικών είτε διαστρέφεται είτε αποβάλλεται από την εκπαίδευση των παιδιών ως ανεπιθύμητο. Μέχρι σήμερα, οι γιορτές μας όλες είναι θρησκευτικές, εκκλησιαστικές. Θα μας τις αλλάξουν. Καταβάλλεται προσπάθεια να αποβληθεί από τη ζωή μας κάθε τι που θυμίζει τον Θεό. Καί το όνομά Του ενοχλεί. Αυτό εύκολα βλασφημείται και πολύ δύσκολα ομολογείται.
Το μόνο που μας μένει είναι να αφυπνισθούμε και να αντιδράσουμε. Όχι βέβαια με εμπαθείς και κοσμικούς τρόπους, ούτε πάλι για να αναχαιτίσουμε τον εγκληματικό κατήφορο. Αυτό δεν θα το καταφέρουμε. Αυτό που μας μένει και μπορούμε να καταφέρουμε είναι να κρατήσουμε τη μαγιά της πίστης και του αυτοσεβασμού μέσα μας καθαρή και τη φλόγα της ομολογίας αναμμένη.
Αυτός είναι ο λόγος που ερχόμαστε στις Παρακλήσεις. Η προσευχή μας στην Παναγία Μητέρα μας και για τα προβλήματά μας και για τη ζωή μας, κυρίως όμως για το έθνος και την πίστη μας πρέπει να βγεί και φέτος πύρινη από το βάθος της ψυχής μας. Αυτό είναι το πρώτο.
Αλλά και η απάντησή μας στην προσπάθεια κατάργησης της Κυριακής αργίας πρέπει να είναι δυναμική και πνευματική.
α. Με περισσότερο ζήλο εφ’ εξής να αγιάζουμε την Κυριακή μας. Με προθυμία, ανελλιπώς κάθε Κυριακή, να προσερχόμαστε στους ναούς μας, μάλιστα πιο νωρίς τώρα. Η κατάνυξη και η ευλάβεια, η μυστηριακή συμμετοχή, η τάξη και ευπρέπεια, είναι ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε να επιβληθούν στις ακολουθίες μας. Επίσης, η παρακολούθηση ομιλιών που καλλιεργούν και ενισχύουν την πίστη, η πνευματική μελέτη, η τόνωση του κατηχητικού έργου, η ελεημοσύνη είναι δράσεις που αγιάζουν την Κυριακή, που την καθιστούν μέρα  ξεχωρισμένη για τον Κύριο και την ψυχή μας.
 β. Όσοι έχουμε μαγαζιά δεν πρέπει επ’ ουδενί να υποχωρήσουμε στον πειρασμό να τα ανοίγουμε. Να μην το κάνετε, αδελφοί μου. Ούτε μετά την εκκλησία. Η Κυριακή είναι η ημέρα του Κυρίου. Τού αξίζει ολόκληρη. Η αργία της Κυριακής είναι ιερή. Καί να είστε σίγουροι ότι αν αυτό το κάνετε για τον Θεό, δεν θα σας αφήσει. Θα απαντήσει στη ζωή σας με σημεία και ευλογίες που δεν μπορείτε να φανταστείτε. Δοκιμάστε και θα δείτε.
γ. Κανένας από μας δεν θα πρέπει να κάνει τα ψώνια του την Κυριακή. Όπως ζήσαμε μέχρι τώρα, έτσι θα συνεχίσουμε να μη συμμετέχουμε στην ασέβεια. Η αργία καταργείται όχι μόνον από τον έμπορο αλλά και από τον πελάτη. Καί
δ. Όλοι μαζί σαν ένα σώμα θα πρέπει να στηρίξουμε τους εμπόρους που σέβονται τον Θεό και δεν παραβιάζουν την αργία της Κυριακής. Από αυτούς να ψωνίζουμε. Με τον τρόπο αυτόν, και αυτοί θα βοηθηθούν και εμάς θα ευλογήσει ο Θεός.
Τέλος, ελπίζω η κυρία αντιπεριφερειάρχης μας, γνωστή για τον σεβασμό της στα ιερά και τα αυτονόητα, να κάνει αυτό που της αναλογεί, πειθαρχώντας περισσότερο στον Θεό και τη λογική των ιερών αξιών παρά στις κομματικές επιλογές που ίσως της προτείνουν.Καλό είναι να ακούσει όχι μόνο τη φωνή των αχόρταγων καταναλωτών αλλά και τον στεναγμό των μικρών και ανίσχυρων εργαζομένων και έτσι από τα γραφεία της Περιφέρειας να βρεθεί στο κέντρο της ζωής μας. Εξ άλλου αυτό το δικαίωμα της δίνει και ο νόμος.
Ο Θεός μαζί μας και βοήθειά μας η Παναγία μας.
Μετά πατρικών ευχών,
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
† ῾Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικής ΝΙΚΟΛΑΟΣ