Τρίτη 25 Μαρτίου 2014


Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Ο Άγιος Νικόδημος και η Πνευματική προετοιμασία του 1821

Ο εορτασμός των Εθνικών Επετείων αποκτά μεγαλύτερη σημασία και μεταδίδει πιο ουσιαστικά μηνύματα όταν αναζητούμε όχι μόνο τους πρωταγωνιστές των πεδίων των μαχών, αλλά κυρίως όταν ανιχνεύουμε τους πνευματικούς προδρόμους, αυτούς πού άνοιξαν το δρόμο.
Τιμώντας, λοιπόν, την 25η Μαρτίου, διπλή πανήγυρη, χριστιανική και εθνική, και αναλογιζόμενοι πόσοι ήρωες αγωνίσθηκαν και θυσιάσθηκαν κατά την Ελληνική Επανάσταση, καλό είναι να τιμούμε και τους πνευματικούς πρωτοπόρους, τους καθοδηγητές, τους εμπνευστές. Ένας από αυτούς είναι ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος εκοιμήθη πριν από 200 ακριβώς χρόνια, στις 14 Ιουλίου 1809. Εφέτος, λοιπόν, που η Εκκλησία μας τιμά ιδιαιτέρως τα 200 χρόνια από την οσιακή κοίμηση του Αγίου, ας γράψουμε δυο λόγια για τη συνεισφορά του στήν προετοιμασία του Αγώνος.
Όχι. Ο Άγιος Νικόδημος δεν οργάνωσε κλέφτες και αρματολούς, ούτε μετείχε στην εξέγερση του παπα -Ευθύμη Βλαχάβα, την τελευταία μεγάλη εθνική ένοπλη κίνηση πριν από το 1821. Δεν έπιασε ποτέ όπλο στα χέρια του. Ούτε έγραψε επαναστατικά ή πολιτικά κείμενα όπως ο Ρήγας Φεραίος. Βοήθησε με τον τρόπο του, τον Φιλοκαλικό, τον πνευματικό, τον Ησυχαστικό, τον συγγραφικό. Ο Μοναχός από τη Νάξο με την εντυπωσιακή θεολογική και φιλολογική κατάρτιση, ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με το Άγιον Όρος, ο σπουδαίος αυτός νεοπατερικός συγγραφεύς του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνος έδωσε χωρίς τυμπανοκρουσίες το δικό του αγώνα. Με το κομποσχοίνι, με τη νοερά προσευχή, με τήν πέννα, με τα βιβλία, με το γνήσιο πατριωτισμό του , τον οποίο διακρίνουμε στα γραπτά του όσο κι αν προσπαθεί να τον παρουσιάσει με ήπιο τρόπο.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης βοήθησε την προετοιμασία του Αγώνος στηρίζοντας τη Χριστιανική Πίστη και το ελληνορθόδοξο φρόνημα του υποδούλου λαού μας. Διδάσκοντας την ορθή Θεολογία, καταγράφοντας τους Κανόνες της Εκκλησίας μας (Πηδάλιον), συμβουλεύοντας κληρικούς και λαϊκούς (Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον), καλλιεργώντας τον πνευματικό αγώνα κατά των παθών ( Αόρατος Πόλεμος), ανθολογώντας τα σπουδαιότερα νηπτικά-ησυχαστικά κείμενα (Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών) , υπομνηματίζοντας τον Απόστολο Παύλο και υμνώντας την Παναγία μας θύμιζε στους σκλαβωμένους Ρωμηούς ότι μόνο διά της εμμονής στην Ορθοδοξία θα σωθούν και ατομικά και εθνικά. Με τη διδασκαλία και με τα συγγράμματά του στερέωσε την Ορθή Πίστη, την Ορθοδοξία και απέτρεψε τους εξισλαμισμούς συνεχίζοντας έτσι το έργο του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Άλλωστε ο Άγιος Νικόδημος έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Νάξο από τον Χρύσανθο τον Αιτωλό, κατά σάρκα αδελφό του μαρτυρικου Πατροκοσμά.
Η εμμονή στην Ορθοδοξία βοηθούσε τον Χριστιανό να μη χάσει την μοναδική οδό για τη σωτηρία της ψυχής του, αλλά επιπροσθέτως βοηθούσε τον Ελληνισμό να μη χάνει τα παιδιά του. Επί Τουρκοκρατίας όποιος χανόταν για την Ορθοδοξία χανόταν και για τον Ελληνισμό. Όποιος εξισλαμιζόταν ειτε βιαίως είτε εκουσίως έλεγαν ότι «τούρκεψε». Έχασε, δηλαδή, και την θρησκευτική και την εθνική του ταυτότητα. Οι εξισλαμισμένοι μετετρέποντο σε φανατικούς γενιτσάρους και αρνητές των πατρώων παραδόσεων και εχρησιμοποιούντο ως οι σκληρότεροι διώκτες των Ορθοδόξων. Πολλά δεινά υπέστη το Γένος μας από το μένος των νεοφωτίστων που εξισλαμίζοντο και ήθελαν να αποδείξουν την αφοσίωσή τους στη νέα θρησκεία και στην Οθωμανική εξουσία. Ακόμη και στα νεώτερα χρόνια καταγράφονται εγκλήματα κατά Ελλήνων στη Μικρά Ασία από Τουρκοκρητικούς, δηλαδή εξισλαμισμένους πρώην Ορθοδόξους Ρωμηούς της Κρήτης. Πολλοί Τουρκοκύπριοι από αυτούς που οργάνωσαν παραστρατιωτικές ομάδες κατά των Ελληνοκυπρίων το 1964-1974 προέρχονται από εξισλαμισμό Ορθοδόξων. Το ίδιο βλέπουμε και στα Βαλκάνια. Οι σημερινοί Βοσνιομουσουλμάνοι προέρχονται από εξισλαμισμένους Σέρβους Ορθοδόξους, με τους οποίους συγκρούσθηκαν πολλάκις και ενόπλως. Αντιθέτως όσοι παρέμεναν στην Ορθοδοξία διατηρούσαν την εθνική τους ταυτότητα ακόμη και αν είχαν αναγκασθεί να μιλούν τουρκικά. Κλασσικό παράδειγμα οι τουρκόφωνοι Έλληνες της Καππαδοκίας, τους οποίους διακόνησε ο Άγιος Αρσένιος από τα Φάρασα. Άρα το έργο του Αγίου Νικοδήμου, όπως και του Αγίου Κοσμά, του Αγίου Μακαρίου Κορίνθου και άλλων κληρικών του 18ου αιώνος αφ’ ενός μεν βοήθησε την Εκκλησία να μη χάσει και άλλα παιδιά της , αφ’ ετέρου δε βοήθησε την Πονεμένη Ρωμηοσύνη να περιορίσει τις εθνικές απώλειες, να μα βλέπει τα παιδιά της να εξισλαμίζονται.
Η κορυφαία εθνική προσφορά του Αγίου Νικοδήμου πιστεύω ότι είναι η συγγραφή του Νέου Μαρτυρολογίου. Πρόκειται για ένα βιβλίο, το οποίο περιλαμβάνει το συναξάρι (βίο και μαρτύριο) 87 αγωνιστικών μορφών που προτίμησαν να θυσιασθούν παρά να αλλαξοπιστήσουν. Αυτοί είναι οι Νεομάρτυρες, οι πρώτοι αντιστασιακοί της δουλείας. Παράλληλα με το Κρυφό Σχολειό και τους κλεφταρματολούς, οι ταπεινοί αυτοί αγωνιστές της Πίστεως και του Γένους με την προσευχή τους και την Ομολογία τους «είμαι Χριστιανός, δεν τουρκεύω» άνοιξαν το δρόμο για τη λευτεριά, στερέωσαν την ελληνορθόδοξη συνείδηση, έδωσαν μαρτυρία Χριστού και Ελλάδος, τόνωσαν το φρόνημα των αδελφών τους, μείωσαν και περιόρισαν τους εξισλαμισμούς. Με το βιβλίο του αυτό, το οποίο φέρει ημερομηνία 1794, αλλά ετυπώθη στη Βενετία το 1799, ο Άγιος Νικόδημος τολμά κάτω από τη μύτη του κατακτητή να δώσει μήνυμα αντιστάσεως, να καλλιεργήσει ελπίδα Αναστάσεως ψυχικής και εθνικής, να προτείνει και σε άλλους να μιμηθούν τους Νεομάρτυρες. Στο προοίμιό του γράφει τα εξής λόγια που θα μπορούσαν να του στοιχίσουν βάσανα και φυλακίσεις δεδομένου ότι το σύγγραμμα εκυκλοφορήθη ευρέως στο χώρο του τουρκοκρατουμένου Ελληνισμού: «Κατ’ αλήθειαν τούτο είναι θαύμα παρόμοιον ωσάν να βλέπει τινάς μέσα εις την καρδίαν του χειμώνος εαρινά άνθη και τριαντάφυλλα….. Εν τω καιρώ της αιχμαλωσίας να βλέπει ελευθερίαν»!
Όταν ο Άγιος εκοιμήθη σε ηλικία 60 ετών στο κελλί των Σκουρταίων – έξω από τις Καρυές του Αγίου Όρους- το μήνυμά του είχε διαδοθεί πανελληνίως: Αξίζει να ζείς και να πεθαίνεις ως Ορθόδοξος Έλλην! Μετά από μόλις 12 χρόνια η σημαία του Σταυρού κυμάτιζε υπερήφανα στους προμαχώνες των επαναστατημένων και ο αέρας έφερνε παντού το σύνθημα: Ελευθερία ή Θάνατος! Το αίμα των Νεομαρτύρων και η διδασκαλία του Αγίου Νικοδήμου δεν πήγαν χαμένα. Η σπορά απέδωσε καρπούς.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014


Την Επανάσταση δεν την έκαναν άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι... Μια αλήθεια που πρέπει να ενθυμούμεθα.






Είναι έξω από κάθε ιστορική αμφιβολία ότι το τρίπτυχο: Θρησκεία – Πίστη – Πατρίδα, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της Επαναστάσεως του 1821.

Με όπλο την πίστη στη θρησκεία και την αγάπη στην πατρίδα και την ελευθερία, οι πρόγονοί μας αποδύθηκαν στην άνιση μάχη της εθνεγερσίας, για την οποία ο Α. Τσιριντάνης γράφει σχετικά:

«Η επανάσταση έγινε, μα χριστιανοί και όχι άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι την έκαμαν. Απ’ αύτή τη χριστιανική πίστη παίρναμε δύναμη αλλά και καρτερία και αυτή η Χριστιανική πίστη, αν δεν έσβηνε τις μικρότητες, δέν τις άφηνε όμως να σβήσουν την επανασταση... αυτή ετόνωσε το δούλο, αλλά επαναστατημένο Γένος, συνταιριασμένη με την ονειροπόληση του αρχαίου Ελληνισμού.

Ο επαναστατημένος ραγιάς ήταν πια Έλληνας. Θυμόταν πάντα το μαρμαρωμένο βασιλιά... και πίσω απ’ αυτόν τη σειρά των βυζαντινών αύτοκρατόρων και πίσω απ’αυτούς ονειρευόταν την αρχαία Ελλάδα, όσο λίγο κι’ αν την ήξερε. Ο Χριστιανισμός του έδινε την πίστη και τη δύναμη...

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα πρώτα συντάγματα του επαναστατημένου Γένους έσπευσαν να ορίσουν την έννοια του Έλληνος σε σχέση με τη θρησκεία λέγοντας: «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες».

(Σύνταγμα Επιδαύρου του 1822, του οργανικού νόμου της Επιδαύρου του 1833 το Σύνταγμα του Άστρους και της Τροιζήνος του 1827. Ήταν τα συντάγματα, τα οποία επιβεβαίωσαν την ενότητα Χριστιανισμού και Ελληνισμού).

Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ (*)

Ο άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Παλαιστίνη γύρω στα 523. Μόνασε από νεαρή ηλικία (16 ετών). Παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως. Στην ζωή της ερήμου Σινά αξιοποίησε την σοφία του και ανέβηκε σε υψηλές κορυφές αγιότητας. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Σε μεγάλη ηλικία έγινε ηγούμενος της μονής του Σινά.
Συνέγραψε τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημιτική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη μέ χάρη και μελωδικότητα. Εχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις.
Οι διδασκαλίες του είναι ολοκάθαρα νάματα που προέρχονται από αγιασμένη πηγή. Είναι ένα θεόπνευστο κείμενο. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τον συγγραφέα της Κλίμακας για την βαθύτητα των ψυχολογικών του γνώσεων και παρατηρήσεων, και διαπιστώνουν ότι τα τελευταία αξιόλογα πορίσματα της ψυχολογίας του Βάθους ήταν γνωστά στους Πατέρες της ερήμου.
Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου το 603, σε ηλικία ογδόντα ετών. Από την αρχή της Σαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια.
Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα.


Η Παναγιά της πίστης και της Ελλάδας
1/1/2004
Κήρυγμα Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ.Χριστοδούλου
στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αθηνών
κατά τον Εσπερινό της Εορτής
του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στις 24/3/2001.
Με το γνωστό, διπλό της χαρακτήρα, ανέτειλε απόψε και εύχεται και αύριο, αγαπητοί Χριστιανοί, η μεγάλη εορτή και επέτειος του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της εθνικής μας παλιγγενεσίας.
Θρησκευτικός, λοιπόν, και εθνικός ο χαρακτήρας της αποψινής εορτής και έτσι τον έχουμε γνωρίσει οι πανέλληνες καθώς η Ορθόδοξη Ελλάδα εορτάζει και την θρησκευτική και την εθνική αυτή πανήγυρη. Και βεβαίως πολλές φορές έχουμε αναφερθεί, από το βήμα αυτό, στη θρησκευτική εορτή του Ευαγγελισμού, που σημαίνει την πραγματοποίηση του Μυστηρίου, του "χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου", όπως γράφει η Αγία Γραφή και επαναλαμβάνει ο εμπνευσμένος ποιητής της Εκκλησίας μας. Και πρόκειται για το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, που σημαίνει την εντολή και την επιθυμία και τη βουλήν του Θεού για την σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
Είναι γνωστή η ιστορία της αποστασίας των πρωτοπλάστων έναντι του Θεού και της ανυπακοής των, η οποία τους κόστισε την έξωση από τον Παράδεισο και εν συνεχεία τη διακοπή της επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Αλλά ο Θεός, κινούμενος εκ μεγάλης και πολλής αγάπης προς τον άνθρωπο, ήδη κατά την έξωση των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, διετύπωσε, την ιδία εκείνη στιγμή, το Πρωτευαγγέλιον λεγόμενον, δηλαδή την επιθυμίαν Του κάποτε το χάσμα να γεφυρωθεί και ο άνθρωπος να δοκιμάσει και πάλι τον γλυκασμό της σωτηρίας και της λυτρώσεως και να ξαναγίνει ένοικος της Βασιλείας του Θεού και του Παραδείσου. Και αυτό το οποίο για αιώνες ολόκληρους ήταν ένα μυστήριο, πραγματώθηκε τότε στη Ναζαρέτ, όταν Άγγελος Κυρίου τη βουλή αυτή, την προαιώνια του Θεού, την ανήγγειλε και την έκαμε γνωστή στην Παρθένο Μαρία, προς την οποία έφερε τον αρχαγγελικό ασπασμό αλλά και εν συνεχεία και το μήνυμα αυτό της σωτηρίας. Και έκτοτε το μυστήριο εκείνο, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει στην ανθρώπινη διάνοια, έγινε προσιτό στους ανθρώπους, όχι τόσο με τον νου και με τη λογική, όσο με την βίωση και την εμπειρία, δεδομένου ότι τα της Πίστεως κατορθώματα μόνο με την Πίστη βιώνονται και μόνο διά της εμπειρίας κατορθούνται. Έτσι λοιπόν αύριο πανηγυρίζει ολόκληρος ο κόσμος αυτή την επέτειο, γιατί τούτη είναι μία εορτή που αναφέρεται και ενδιαφέρει όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε της γης και αν αυτοί διαβιώνουν. Πρόκειται για την εκπλήρωση αυτής της παλαιάς βουλής, της προαιωνίου.
Τη βουλή την προαιώνια ο Άγγελος αποκάλυψε στην Θεοτόκο. Και είναι, αγαπητοί μου, συγκλονιστικός, θα έλεγε κανείς, ο διάλογος ο οποίος διαμείβεται μεταξύ του Αρχαγγέλου και της Παρθένου Μαρίας, όπως αυτό τον διάλογο τον έπλεξε, μέσα στην ποιητική του έμπνευση, ο αποψινός υμνογράφος στα τρία πρώτα τροπάρια τα προσόμοια της αποψινής και της αυριανής εορτής, όπου εμφανίζεται ο μεν Άγγελος να μεταφέρει στην Μαρία τη βουλή του Θεού την προαιώνια, η οποία σημαίνει γι' αυτήν ότι θα γίνει η Μητέρα του Υιού του Θεού. Και, εν συνεχεία, το δεύτερο τροπάριο είναι αφιερωμένο στους δισταγμούς της Παναγίας, η οποία, κρίνουσα κατά το ανθρώπινο, διερωτάται και λέγει πώς είναι δυνατό να υπερνικηθούν οι νόμοι της φύσεως και αυτή η οποία δεν γνώρισε την πείρα του γάμου να γίνει μητέρα; Και έρχεται, εν συνεχεία, για δεύτερη φορά ο Άγγελος να πει στην Παρθένο Μαρία ότι "όπου βούλεται Θεός, νικάται φύσεως τάξις". Έτσι λοιπόν έρχεται στον κόσμο ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος θέλησε να αναπλάσει τον άνθρωπο στην αρχαία δόξα και στο αρχαίο κάλλος και να αποκαταστήσει τις σχέσεις μας με τον Θεό. Γι' αυτό και η αυριανή εορτή είναι της "Σωτηρίας μας το Κεφάλαιον", όπως θα ψάλλουμε σε λίγο στο απολυτίκιο το αφιερωμένο εις την Παναγία την Ευαγγελίστρια, όπως λέγεται.
Και έχουμε δικαίωμα, θα έλεγε κανείς, αν μη και υποχρέωση, να αισθανόμαστε μέσα στην καρδιά μας πολύ μεγάλη ευχαρίστιση, ικανοποίηση και ευτυχία, για το γεγονός ότι πλέον, χάρις στην αγάπη του Θεού, αλλά και χάρη στην Παρθένο Μαρία, η οποία χρημάτισε το δοχείον της Χάριτος του Θεού, δεν είμαστε πλέον χαμένοι μέσα στην αιωνιότητα και μέσα στη γη. Αλλά έχουμε προορισμό· είμεθα πολίτες της Ουρανίου Βασιλείας. Γι' αυτό και ο Απόστολος Παύλος θα τονίσει: "ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει". Δεν είμαστε πλέον ξένοι και πάροικοι του Θεού, αλλά φίλοι του Θεού και συμπολίτες των Αγίων. Και αυτό είναι εκείνο το οποίο χαρίζει στις καρδιές μας την ελπίδα, την αισιοδοξία· αυτή την αίσθηση της ασφάλειας και της βεβαιότητας, η οποία κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ευτυχής, ικανοποιημένος· να έχει γεμάτη την ψυχή και την καρδιά του από το νόημα αυτής της ύπαρξης. Γιατί χάρη στον Χριστό και χάρη στην Παναγία μας είμαστε πλέον σεσωσμένοι, είμαστε λυτρωμένοι, έχουμε το διαβατήριο του Ουρανού στα χέρια μας. Και όταν ο Θεός μας καλέσει πηγαίνουμε στην Βασιλεία Του, την οποία, εξ αγάπης, Εκείνος ηθέλησε από της παρούσης ζωής να προγευόμαστε μέσα στην Εκκλησία και μέσα στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Αλλά, είπαμε στην αρχή, ότι η αποψινή και η αυριανή εορτή έχει και μία άλλη διάσταση. Είναι η εθνική διάσταση, καθώς είναι η επέτειος η 180ή της επανάστασης των προγόνων μας, κατά την 25η Μαρτίου του 1821, όταν μία δράκα αγωνιστών ηρώων Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών έλαβε την απόφαση να πολεμήσει και να αγωνιστεί, για να εκδιώξει τον Τούρκο κατακτητή και για να επανακτήσει και πάλι την ποθητή ελευθερία.
Οι ιστορικοί, οι οποίοι αναλύουν τις συνθήκες της τότε εποχής, όλοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση για την επανάσταση εκείνη αποτελούσε, θα έλεγε κανείς, μία τρέλα – κρινόμενη με τα ανθρώπινα μέτρα. Ποιοι ήταν οι Έλληνες οι οποίοι έλαβαν την απόφαση να επαναστατήσουν; Ένας λαός μικρός και ανίσχυρος, που δεν είχε όπλα, που δεν είχε την διεθνή υποστήριξη, όπως λέμε σήμερα. Ένας λαός ο οποίος έπρεπε να αντιπαλέψει προς μία κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία την οποία υποστήριζαν την περίοδο εκείνη όλες οι κυβερνήσεις της Ευρώπης, ενωμένες κάτω από τη λεγόμενη Ιερά Συμμαχία. Είχε να αντιμετωπίσει τη δύναμη του όγκου, αλλά και τη δύναμη της ισχύος εκείνης της μεγάλης αυτοκρατορίας, για να αντιπαλέψει η μικρή Ελλάς τότε και προς τον ίδιο τον εαυτόν της, προς τις μικρότητες και τα ελαττώματα των ανθρώπων της.
Αλλά, όμως, εκείνο το οποίο συνέβη εκεί, στην Αγία Λαύρα των Καλαβρύτων, κατά την 25ην Μαρτίου του 1821, χωρίς υπερβολή, συνιστά ένα θαύμα της πίστεως των ανθρώπων εκείνων. Ξεκίνησαν και πήραν τα όπλα με το ένα χέρι, κρατώντας με το άλλο χέρι τον Τίμιο Σταυρό και έχοντας μέσα στην καρδιά τους ακράδαντη την πίστη για το δίκαιο του αγώνα τους και για την βοήθειά τους εκ μέρους του Θεού. Είχε δίκιο ο μεγάλος πρόμαχος της ελευθερίας μας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, με την θυμόσοφη σκέψη του, να λέγει ότι ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της Ελλάδος και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή Του. Αυτός ο ίδιος, εκφράζοντας και όλους τους άλλους αγωνιστές, έλεγε στα παιδιά του Γυμνασίου της Πλάκας μετά από την εθνική μας απελευθέρωση: "Εμείς όταν πήραμε τα όπλα, είπαμε πρώτα Υπέρ Πίστεως και έπειτα Υπέρ Πατρίδος".
Αυτό ήταν το ήθος των αγωνιστών του '21. Κάνανε το σταυρό τους και την προσευχή τους και άδραξαν τα όπλα για να διώξουν από το κεφάλι τους τον τύραννο κατακτητή. Και το πέτυχαν έπειτα από πολλές δοκιμασίες και πολλές περιπέτειες, τις οποίες όταν διαβάζει κανείς στις σελίδες της Ιστορίας, καταλαμβάνεται άλλοτε μεν από δέος μπροστά στην ιερομυστική εκείνη εποποιία και άλλοτε από αηδία για τις μικρότητες των ανθρώπων, οι οποίοι, όπως συμβαίνει με εμάς τους Έλληνες, στους αγώνες είμαστε ενωμένοι και στην ειρήνη είμαστε διχασμένοι. Αλλά τότε και κατά την περίοδο του αγώνος του απελευθερωτικού οι Έλληνες είχαν τους διχασμούς των και είχαν τις διαφορές των –ανθρώπινες, εγωιστικές, αμαρτωλές– αλλά ωστόσο η χάρη του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων είχε στραφεί πάνω σ' αυτό το τυραγνισμένο γένος των Ελλήνων, το οποίον καθ' όλη τη διάρκεια των 400 περίπου χρόνων της τουρκικής σκλαβιάς δεν είχε λησμονήσει την προέλευσή του, την πίστη του και την ιστορία του. Και τούτο μαρτυρούν περίτρανα αφ' ενός μεν το νέφος των νεομαρτύρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι προτίμησαν την ζωή τους να θυσιάσουν παρά τον Χριστό να προδώσουν.
Αλλά και τα Κρυφά Σχολειά τα οποία μέσα στους Νάρθηκες των ναών και μάλιστα των μοναστηριών, μακριά από τα βέβηλα μάτια του κατακτητή, στήριζαν μέσα στις καρδιές των μικρών παιδιών την αποσταμένη ελπίδα και έδιναν φτερά στη φαντασία και στους οραματισμούς και στα όνειρα των δύστυχων ραγιάδων. Και ίσως θα θεωρείτο, αγαπητοί μου, ότι είναι περιττή επανάληψη το να πω και εγώ, αυτή την στιγμή από τη θέση αυτή, ποια ήταν η συμβολή της Εκκλησίας μας και στη διατήρηση της γλώσσας μας και κυρίως της εθνικής και πνευματικής μας ταυτότητας στα χρόνια εκείνα και στην έκβαση –την νικηφόρα και επιτυχή έκβαση– του απελευθερωτικού αγώνα. Αλλά, επειδή στις ημέρες μας ακούγονται ψεύδη ιστορικά και άλλες ανακρίβειες, οι οποίες αποβλέπουν στο να καλύψουν με την στάχτη της λήθης μερικές αλήθειες, τις οποίες όμως οι Έλληνες έχουμε βαθιά ριζωμένες μέσα στην καρδιά μας, επαναλαμβάνω κι εγώ απόψε κατά αυτή την επίσημη στιγμή ότι εάν είμαστε Έλληνες και εάν έχουμε φρόνημα ελληνικό και αν μιλάμε τη γλώσσα την ελληνική και αν πιστεύουμε ορθοδόξως στον Χριστό και δεν έχουμε γίνει μουσουλμάνοι και γενίτσαροι, αυτό οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην Εκκλησία. Καμία άλλη δύναμη δεν ήταν σε θέση να δράσει κατά την σκοτεινή εκείνη περίοδο της τουρκικής σκλαβιάς.
Ο πορθητής Μωάμεθ, ο οποίος κατέκτησε την Βασιλεύουσα Πόλη το 1453, μέσα στους καπνούς της δόξας και του θριάμβου του, έκαμε κι ένα μεγάλο σφάλμα: έδωσε τα προνόμια στην Εκκλησία, τα οποία εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι έμοιαζαν με Δούρειο Ίππο στο υπογάστριο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Και η Εκκλησία, παραλαβούσα τα προνόμια εκείνα, έκαμε αρίστη χρήση της ευκαιρίας Της να επικοινωνεί με τον λαό και να διδάσκει τον λαό και να έχει ανοικτές τις εκκλησίες και τα μοναστήρια· και να έχει εν λειτουργία τα πανηγύρια, τα λαϊκά πανηγύρια της Ορθοδοξίας και της Ρωμιοσύνης. Και να διατηρεί αργότερα σχολεία και σχολές. Διότι μόνον κατά τους δύο πρώτους αιώνες της σκλαβιάς υπήρχε δυσκολία στην ύπαρξη σχολών ελληνικών. Τους επόμενους δύο αιώνες χαλάρωσαν τα μέτρα και οι Έλληνες, διά της Εκκλησίας, απέκτησαν σχολεία εις τα οποία διδάσκονταν "μαζί με τα γράμματα και του Θεού τα πράματα".
Και έτσι ανέτειλε η μεγάλη ημέρα της εθνικής μας παλιγγενεσίας και αποκαταστάσεως και η Εκκλησία και τότε, αφού είχε ήδη εργαστεί επί 400 χρόνια για να διασώσει άσβεστη τη φλόγα της ελευθερίας μέσα στις καρδιές των ανθρώπων, έδωσε τα πάντα στον αγώνα της απελευθέρωσης. Έξι Οικουμενικοί Πατριάρχες, εκατό Αρχιερείς και έξι χιλιάδες Κληρικοί και Μοναχοί είναι το κόστος, είναι το τίμημα αυτού του αγώνα μέσα στα 400 χρόνια της δουλείας και στα χρόνια –περίπου τα δέκα– της επαναστάσεως. Αυτή υπήρξε η συμβολή της Εκκλησίας. Και οι αγωνιστές, οι οποίοι υπήρξαν οι πρόμαχοι της ελευθερίας και οι σταυροφόροι και οι σημαιοφόροι αυτού του αγώνα, μηδενός εξαιρουμένου, από την πρώτη στιγμή αναγνώρισαν αυτήν την προσφοράν της Εκκλησίας. Και με μεγάλη ευγνωμοσύνη απέναντι στους Αγίους της Πίστεώς μας, αλλά και στα ιερά μας καταγώγια όπως είναι τα ιερά μοναστήρια και οι άλλες εκκλησίες, αυτοί, λέγω, οι αγωνιστές ήταν εκείνοι που διασάλπισαν και διακήρυξαν προς κάθε κατεύθυνση, ποια υπήρξε η συμβολή των μοναστηριών μας και της Εκκλησίας μας. Της Εκκλησίας η οποία, αφού προσέφερε τα πάντα στο Έθνος και αφού το ελευθέρωσε, επέπρωτο στους χρόνους της ελευθερίας, όταν αυτό τον τόπο τον διαφέντευαν οι ξένοι, οι ελθόντες από την Βαυαρία, επέπρωτο, λέγω, να δει τα παιδιά Της –τα ίδια εκείνα τα οποία είχαν αγωνιστεί μαζί Της και υπέρ των οποίων είχε διαθέσει τα πάντα– να την λεηλατούν και να την κατασυκοφαντούν, κατ' εντολή βεβαίως των εκλεκτών τους και εκείνων που ήταν οι πολιτικοί των προϊστάμενοι.
Τα έζησε αυτά η Εκκλησία και ο Ελληνισμός και οι γνήσιοι αγωνισταί του '21· όπως ο στρατηγός Μακρυγιάννης, παραδείγματος χάριν, υπήρξε εξ εκείνων ο οποίος στιγμάτισε αυτή την αγνώμονα και αχάριστη διαγωγή την οποία μετά τον πόλεμο –μέσα στα χρόνια της ανέσεως– επέδειξε η Ελληνική Πολιτεία απέναντι στη Μητέρα Εκκλησία. Αλλά, εάν αυτά σκέπτονταν οι πολιτικοί της εποχής εκείνης, ο λαός μας –ο απλοϊκός ο λαός– ο οποίος είχε ζήσει μέσα στο πετσί του την αγάπη της Εκκλησίας για αυτόν, διέσωσε μέσα στη μνήμη του τα αισθήματα της ευγνωμοσύνης απέναντί Της. Αισθήματα τα οποία διασώζονται μέχρι και αυτές τις σημερινές ημέρες, όπου οι Έλληνες, παρά τον καταιγισμό της λασπολογίας ο οποίος καταφέρεται εναντίον της Εκκλησίας και εναντίον του Αρχιεπισκόπου, εξακολουθούν να πιστεύουν. Και εξακολουθεί ο λαός να είναι συντεταγμένος κάτω από τη σημαία της Εκκλησίας, γιατί γνωρίζει ότι πουθενά αλλού δεν πρόκειται να στηριχθεί και από πουθενά αλλού δεν πρόκειται να ευεργετηθεί.
Ο λαός μας γνωρίζει ότι στοιχείο ανεξαίρετο της ταυτότητάς του είναι το θρήσκευμά του. Είναι το ότι είναι λαός Ορθόδοξος και γι' αυτό επιμένει. Και θα επιμείνει και θα συνεχίσει αυτό τον αγώνα, έχοντας επικεφαλής την εκκλησιαστική του ηγεσία, μέχρις ότου αντιληφθούν οι άνθρωποι ότι τα ανθρώπινα κελεύσματα για λίγο είναι χρήσιμα. Έρχεται η ιστορική αναγκαιότητα η οποία τα σαρώνει όλα και ξαναδίδει και πάλι τη λαμπρότητα στις αρχές εκείνες και αξίες οι οποίες πάντοτε διακόνησαν αυτόν τον τόπο. Και καθώς αύριο, αδελφοί, εορτάζουμε την Παναγία μας αλλά εορτάζουμε και την Ελλάδα μας, εμείς οι Έλληνες σήμερα, που αντιμετωπίζουμε τόσα προβλήματα μέσα στη ζωή μας, εμείς οι Έλληνες που βλέπουμε ότι τα τύμπανα του πολέμου ηχούν εκεί πιο πάνω από τα βορεινά μας σύνορα, εμείς οι Έλληνες οι οποίοι βλέπουμε ότι υπάρχει ανάγκη να αποκαταστήσουμε την εθνική και την κοινωνική μας συνοχή, εμείς οι Έλληνες που πιστεύουμε στον Θεό, κατανοούμε ότι δεν μπορούμε χωρίς τον Θεό να σωθούμε και δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία ειδοποιά της πνευματικής και της εθνικής μας ταυτότητας, από τη θρησκεία μας, από τη γλώσσα μας, από τους θεσμούς μας, από την οικογένειά μας, από όλα αυτά τα οποία συνθέτουν αυτό το οποίον λέγουμε ελληνορθόδοξη παράδοση. Αυτή η παράδοση έσωσε αυτό τον τόπο. Και δεν δικαιούται κανένας να λέγει και να διερωτάται τι τάχα είναι αυτή η παράδοση. Δεν είμαστε εμείς εχθροί αυτού του τόπου. Αντιθέτως, αγαπάμε τον τόπο στον οποίο γεννηθήκαμε και δεν θέλουμε να εξευτελιστούμε· και δεν θέλουμε να χάσουμε την οντότητά μας και την ιδιοπροσωπία μας. Δεν θέλουμε να απομακρυνθούμε από την παράδοσή μας, γιατί ξέρουμε ότι αυτή έχει δοκιμαστεί μέσα στους αιώνες και έχει δώσει, ως καρπούς, την ενότητα του ελληνισμού, την ομογένειά του και την πνευματική του δύναμη και ισχύ η οποία σήμερα, παρά ποτέ άλλοτε, χρειάζεται σ' αυτό τον τόπο. Γι' αυτό, αύριο τέτοια μεγάλη ημέρα, ας ξαναφέρουμε μέσα στο νου μας τη μεγάλη υπόθεση της πνευματικής μας σωτηρίας αλλά και τη μεγάλη υπόθεση της εθνικής μας σωτηρίας. Και, καθώς τα βλέμματά μας και ο προσανατολισμός μας είναι προς την Ευρώπη, ας διασώσουμε μέσα μας αυτά τα Ιερά και τα Όσια τα οποία θα μας επιτρέψουν να διαδραματίσουμε ρόλους χρήσιμους μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στους άλλους λαούς.
Η Ευρώπη έχει λεχθεί ότι στερείται σήμερα οράματος. Οι Έλληνες δεν δικαιούμαστε να το λέμε για τον εαυτό μας. Γιατί τα οράματα τα δικά μας είναι μέσα στην Ορθοδοξία μας, είναι μέσα στην παράδοσή μας, είναι μέσα στην ιστορία μας· και δε χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για να τα βρούμε. Με αυτά τα οράματα θα ζήσουμε όπως έζησαν οι Πατέρες μας και με αυτά τα οράματα θα σταθούμε όρθιοι στα πόδια μας, για να αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε δυσκολία. Και η χάρις της Παναγίας μας της Ευαγγελιστρίας είθε να είναι μαζί με όλο το Έθνος μας, είθε να φωτίζει τους Άρχοντές μας, είθε να κατευθύνει τις σκέψεις μας, είθε να ευλογεί τη ζωή μας. Αυτή η χάρις, εύχομαι να είναι μετά πάντων υμών.
Αμήν.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ
17-1-2014
17















ο άγιος ιωάννης της Κροστάνδης πνευματικοί λόγοι

Στον ορατό κόσμο, στη φύση, βλέπουμε όλη τη σοφία, την αγάπη και την παντοδυναμία του Θεού.
Αυτά τα βλέπομε και μέσα στον χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και ακόμη, την απεριόριστη ευσπλαχνία του Θεού για τον αμαρτωλό άνθρωπο, που εκδηλώθηκε με την ενανθρώπιση, τα πάθη και την ανάσταση του μονογενούς Υιού Του, καθώς και με την παράδοση των ζωοποιών Μυστηρίων Του. Όποιος θέλει μπορεί να σωθεί μέσω των Μυστηρίων. Γιατί χωρίς αυτά δεν υπάρχει σωτηρία.

Προς αυτήν όμως την Εκκλησία που σώζει, οι χριστιανοί έγιναν ψυχροί και αδιάφοροι, σαν να μην είναι βαπτισμένα μέλη της.
Τι παράξενο και ζοφερό φαινόμενο είναι αυτό;
Τι χρειάζεται κάθε μέρα και ώρα στον αμαρτωλό και ακάθαρτο άνθρωπο; Έλεος, κάθαρσις και αγιασμός. Πού ιδιαιτέρως προσφέρονται αυτά τα ουράνια δώρα; Στην Εκκλησία. Πότε; Κατά την τέλεση των ιερών ακολουθιών και των μυστηρίων. Είναι βέβαια δυνατόν να δίδονται σε κάθε τόπο και χρόνο, αλλά πουθενά τόσο πλούσια όσο στον ναό. Για τον λόγο αυτό ο ναός για τον χριστιανό είναι ό,τι πιο πολύτιμο, οίκος Θεού, «πηγή ύδατος ζώντος», τόπος παροχής του θείου ελέους και των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος.
Ο Κύριος κατήλθε από τον ουρανό «σώσαι το απολωλός» (Ματθ. 18, 11) και θεμελίωσε πάνω στη γη την Εκκλησία Του. Μέσα σ’; αυτήν σώζονται όσοι ποθούν την σωτηρία, θεραπεύονται όσοι επιθυμούν την ψυχική και σωματική υγεία, φωτίζονται όσοι θέλουν να ελευθερωθούν από το σκοτάδι της αμαρτίας, ενισχύονται οι αδύνατοι, καθαρίζονται οι ακάθαρτοι, απαλλάσσονται όλοι οι πιστοί από τις δυστυχίες, τις συμφορές και την πνευματική φτώχεια, και πλουτίζουν κατά Θεόν με την μετάληψη των αχράντων μυστηρίων και την ένωση με τον Κύριο, που καλύπτει τη γύμνωση και την ασχήμια μας και ζωογονεί τις ψυχές μας.
Να γιατί έχει τόσο μεγάλη αξία για τον καθένα μας η Εκκλησία. Ωστόσο πολλοί άνθρωποι, αγαπώντας τη γη περισσότερο από τον ουρανό, φεύγουν από κοντά της και, ακόμα χειρότερα, την κακολογούν. Ω φτωχοί, δυστυχείς αδελφοί μου! Γνωρίστε τη σωτηριώδη δύναμη της αγίας Εκκλησίας μας και ελάτε πάλι κοντά της, σαν σε τρυφερή μητέρα, που αγαπά, σώζει και πρεσβεύει για μάς στον Θεό. Βλέποντας κανείς την επιφανειακή ευτυχία σας από τη ζωή που κάνετε, νομίζει ότι είστε υγιείς και αληθινά ικανοποιημένοι, ότι δεν έχετε ανάγκη από τα θεραπευτικά και αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας. Αυτό όμως είναι μόνο εξωτερικό. Στην ψυχή είστε άρρωστοι ή και νεκροί ακόμη.
Ο Χριστός είναι η Αγάπη. Γι’; αυτό κι εμείς, σαν μέλη της Εκκλησίας Του, πρέπει ν’; αγαπούμε τους αδελφούς μας όπως τον ίδιο τον εαυτό μας. Ν’; απομακρύνουμε από τις καρδιές μας τη φιλαυτία και την ιδιοτέλεια, τον φθόνο και την έχθρα, τη διχόνοια και την οργή, τη μνησικακία και την εμπάθεια. Να συγχωρούμε τους άλλους όπως θέλουμε να μάς συγχωρούν κι εκείνοι, να συγκαταβαίνουμε στις αδυναμίες τους, να τους βοηθούμε εγκάρδια και με προθυμία όταν μας χρειάζονται. Η αγάπη είναι το κυριότερο γνώρισμα των μελών της Εκκλησίας του Χριστού: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιω. 13, 35).
Κύριε, φύτεψε μέσα μας την αγάπη Σου, για να μη συλλογιώμαστε και να μην πράττουμε ποτέ το κακό!
Να έρχεσαι όσο μπορείς συχνότερα στον ναό του Θεού, να συμμετέχεις στις ακολουθίες για να δοξάζεις τον Κύριο ή να ζητάς το έλεός Του για την πνευματική σου αδυναμία, για την ψυχική σου φτώχεια και αμαρτωλότητα.
Κανείς τόσο δυνατά και τόσο ειλικρινά δεν θα πονέσει μαζί σου για την αδυναμία σου όσο η Εκκλησία. Όλα όσα δοκιμάζεις εσύ τα δοκίμασαν ακόμη και τα εκλεκτότερα τέκνα Της, έπασχαν πνευματικά όπως κι εσύ, αμάρταναν και έπεφταν όπως ακριβώς κι εσύ. Δεν σου κρύβει η Εκκλησία τη ζοφερή πραγματικότητα, ότι δηλαδή η θανατηφόρα επιδημία της αμαρτίας όλους τους άγγιξε και τους έφθειρε. Και όλα τα τέκνα της, για να γιατρευθούν, έκλαψαν πολύ, προσευχήθηκαν πολύ, πόνεσαν, αγωνίσθηκαν σκληρά, υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες μεγάλες.
Έχοντας κατά νουν όλα αυτά, θα είναι για σένα ευκολότερο να αγωνίζεσαι και να υπομένεις.
Στα πρόσωπα των αποστόλων, των μαρτύρων, των ιεραρχών, των οσίων και όλων των αγίων έχουμε τα παραδείγματα της ζωντανής πίστεως, της θερμής αγάπης και της υποταγής στο θέλημα του Θεού. Αλλά έχουμε και την απόδειξη ότι, αν θελήσουμε, μπορούμε κι εμείς να ευαρεστήσουμε τον Θεό, να σώσουμε τον εαυτό μας και να ελκύσουμε κοντά σ’; Εκείνον και άλλες ψυχές.
Η ύπαρξη των αγίων της Εκκλησίας μας αποτελεί τον ακατάπαυστο έλεγχο της δικής μας απιστίας, πνευματικής ραθυμίας, χλιαρότητας και αμετανοησίας. Γι’; αυτό και κατά την Δευτέρα και φοβερά παρουσία του Κυρίου μας «μείζον κρίμα ληψόμεθα»…
Η Εκκλησία είναι η μητέρα μας, αυτή που πρεσβεύει για μας, που μάς τρέφει πνευματικά, μάς φωτίζει στοργικά, μάς παρηγορεί στις δύσκολες ώρες. Είναι το απροσμάχητο τείχος, η κολυμβήθρα της καθάρσεως και του αγιασμού μας, η κιβωτός της σωτηρίας και της θεώσεώς μας. Αυτή είναι αληθινά ο πνευματικός αέρας που αναπνέουν οι ψυχές μας και ζωογονούνται, ανακαινίζονται και ισχυροποιούνται για ν’; αντιμετωπίσουν τους νοητούς εχθρούς.
Όταν προσεύχεσαι στον Θεό, γνώριζε ότι Αυτός είναι κοντά σου, «εν τω στόματί σου και εν τη καρδία σου» (Ρωμ. 10, 8). Σε αγαπά όσο κανείς άλλος στη γη και στον ουρανό, αφού είσαι παιδί Του, είσαι εικόνα Του. Γι’; αυτό κι εσύ με πολλή αγάπη να Τον επικαλείσαι, να Τον ευγνωμονείς και να Τον δοξάζεις, γιατί Εκείνος είναι η δύναμή σου, η ζωή σου και η δόξα σου.
Τι θαυμαστός πνευματικός πλούτος υπάρχει στην Εκκλησία! Πλούτος πίστεως, ελπίδος και αγάπης. Πλούτος σοφίας, χάριτος και θαυμάτων. Πλούτος ευσπλαχνίας, παρηγορίας και ειρήνης. Πλούτος καθάρσεως, αγιασμού και φωτισμού.
Ω, αν όλοι οι άνθρωποι εγνώριζαν αυτόν τον πλούτο και προσέτρεχαν στην Εκκλησία!
Μη λησμονείς ποτέ ότι κάθε στιγμή και για αναρίθμητα πράγματα είσαι χρεώστης στον Θεό: για κάθε αναπνοή, για κάθε ακτίνα ηλίου που σε θερμαίνει, για κάθε μπουκιά ψωμιού, για κάθε καλή σκέψη, για κάθε άγιο αίσθημα, για κάθε αγαθό έργο, τέλος για κάθε δωρεά της χάριτος που γαληνεύει και χαροποιεί την καρδιά σου. Εκείνος σε ενισχύει στον αγώνα σου, κατασιγάζει τα πάθη σου, σε φέρνει σ’; επικοινωνία με τον ουρανό.
Πιο πολύ όμως πρέπει να ευγνωμονείς τον Κύριο επειδή πρώτα σου χάρισε τη ζωή, τη βιολογική ύπαρξη, και έπειτα σε αναγέννησε με το άγιο βάπτισμα, σε ένωσε με το σώμα της Εκκλησίας, σε έκαμε παιδί Του, έτσι «ώστε ουκέτι ει δούλος, αλλ’; υιός ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού» (Γαλ. 4, 7).
Πουθενά τόσο βαθειά και ολοκληρωτικά δεν ερχόμαστε σε συναίσθηση και αυτογνωσία όσο μέσα στον ναό, γιατί εδώ είναι ιδιαίτερα αισθητή η παρουσία του σώζοντος Θεού και ενεργεί με ανερμήνευτο τρόπο η χάρις Του. «Ο Θεός γαρ εστιν ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13). Με τη βοήθεια των ευχών, των ύμνων και των αναγνωσμάτων, ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του σ’; όλη του τη γυμνότητα, διαπιστώνει την αδυναμία του, την πνευματική του φτώχεια, την αθλιότητα και άκρα αμαρτωλότητά του. Από την άλλη πλευρά συναντάται με την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα αγαθότητά Του, την πανσοφία και την παντοδυναμία Του.
Από το Βιβλίο
«Ο ουρανός στη γη»
Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

17 Μαρτίου- Μνήμη Αγίου Αλεξίου, του Ανθρώπου του Θεού.

Ο Όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408). Οι γονείς του, ο ευλαβής συγκλητικός Ευφημιανός και η Αγλαΐα, ήσαν επί πολλά χρόνια άτεκνοι. Ο Αλέξιος έλαβε λαμπρή μόρφωση και όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς του προετοίμασαν τα του γάμου του με μια νεαρή κόρη εκλεκτής οικογένειας της αριστοκρατίας της Ρώμης. Όμως την ίδια νύκτα του γάμου τους ο Αλέξιος, ο οποίος ποθούσε την αγία και τέλεια παρθενία, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της συζύγου και αφού παρέδωσε το δακτυλίδι του, έφυγε κρυφά. Εμπιστευόμενος την θεία Πρόνοια, επιβιβάστηκε σε πλοίο και έφθασε στη Λαοδίκεια της Συρίας και από εκεί ακολούθησε ένα καραβάνι εμπόρων που κατευθυνόταν στην Έδεσσα. Εκεί σταμάτησε σε ένα ναό αφιερωμένο στην Θεοτόκο και παρέμεινε στο νάρθηκα δεκαεπτά χρόνια, ντυμένος με κουρέλια και συντηρούμενος από τις ελεημοσύνες των πιστών που έρχονταν στο ναό να προσευχηθούν. Στο μεταξύ ο πατέρας του είχε στείλει υπηρέτες πρός κάθε κατεύθυνση για να τον βρουν, ενώ η μητέρα του φόρεσε τρίχινο ενδυμα και θρηνούσε απαρηγόρητη, η δε νύφη, με την αγάπη που δείχνει η τρυγόνα για το ταίρι της, ανυπομονούσε να έχει κάποια είδηση. Κάποιοι από τους απεσταλμένους του Ευφημιανού έφθασαν στην Έδεσσα και έδωσαν ελεημοσύνη στον Αλέξιο, χωρίς διόλου να υποπτευθούν βέβαια ότι επρόκειτο για τον κύριο τους· τόσο πολύ είχε παραμορφωθεί από την άσκηση και τη σκληραγωγία που επέβαλε στο σώμα του ευχαρίστως για την αγάπη του Θεού.Μετά από πολλά χρόνια αγώνων εν τω κρυπτώ, η Παναγία εμφανίσθηκε στο νεωκόρο της Εκκλησίας λέγοντας του να επιτρέψει την είσοδο στον άνθρωπο του Θεού. Βλέποντας ότι τον αντιλήφθηκαν και επρόκειτο να τον περιβάλουν με τιμές, ο Αλέξιος ανεχώρησε και πάλι παίρνοντας το πλοίο για την Ταρσό. Οι αντίθετοι άνεμοι όμως, ή μάλλον η θεία Πρόνοια, ώθησαν το πλοίο στο λιμάνι της Ρώμης. Ο άγιος υποτάχθηκε σ’ αυτό το θείο σημείο και πήγε στο πατρικό σπίτι, όπου ζήτησε από τον πατέρα του που έβγαινε εκείνη τη στιγμή ελεημοσύνη σαν ζητιάνος. Χωρίς να αναγνωρίσει τον πολυαγαπημένο του γιο, ο Ευφημιανός, που είχε γίνει ακόμη πιο φιλάνθρωπος ύστερα από την τόσο επώδυνη αυτή απώλεια, πρόσταξε τους υπηρέτες του να δώσουν κατάλυμα στον δύστυχο άνθρωπο για όσο διάστημα επιθυμούσε να μείνει και να του δίνουν να τρώει τα περισσεύματα της τραπέζης του. Ο άνθρωπος του Θεού έμεινε άλλα δεκαεπτά χρόνια σε μια γωνιά του πατρικού σπιτιού, υφιστάμενος χωρίς να προφέρει το παραμικρό παράπονο, και μάλιστα με ευχαρίστηση, τις προσβολές και τις λοιδωρίες των υπηρετών. Όταν έλαβε πληροφορία από τον Θεό ότι επικειται η εκδημία του, ζήτησε να του φέρουν χαρτί και μελάνι και με την πένα στο χέρι, γράφοντας την ιστορία της ζωής του, εξεδήμησε προς τας αιωνίους μονάς.
Την ίδια ημέρα, καθώς ετελείτο η θεία Λειτουργία στην βασιλική του Αγίου Πέτρου, χωροστατούντος του Πάπα και παρουσία του αυτοκράτορα Ωνορίου (395-423) και πλήθους κόσμου, φωνή ακούστηκε από το θυσιαστήριο λέγουσα: «Αναζητήστε τον άνθρωπο του Θεού· θα δεηθεί για την πόλη και για όλους εσάς. Ήδη εξέρχεται του σώματος!». Καθώς το εκκλησίασμα άρχισε να προσεύχεται, η φωνή ακούστηκε ξανά αποκαλύπτοντας ότι βρισκόταν στην οικία του Ευφημιανού. Όταν η επιβλητική πομπή με επικεφαλής τον Πάπα και τον αυτοκράτορα έφθασε εκεί, ο υπηρέτης που τον φρόντιζε, αποκάλυψε ότι ο ζητιάνος που στεκόταν τόσα χρόνια πλάϊ στην εξώθυρα μοίραζε την τροφή του στους πτωχότερους και ο ίδιος δεν τρεφόταν παρά μόνο την Κυριακή με ψωμί και νερό, μένοντας ατάραχος αν όχι και χαρούμενος όταν οι άλλοι υπηρέτες τον καθύβριζαν. Πήγαν στην καλύβα του και τον βρήκαν νεκρό να κρατά ένα χαρτί στο χέρι. Όταν το διάβασαν δημόσια έμειναν κατάπληκτοι από τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίον αυτός ο δούλος του Θεού είχε αγωνιστεί ενάντια στη φύση για να λάβει τα υπέρ την φύση αγαθά. Ο αυτοκράτορας και ο Πάπας βλέποντας τα δάκρυα και τους γοερούς θρήνους των γονέων του, τους συμβούλεψαν να χαίρονται μάλλον και να αγάλλονται που έφεραν στον κόσμο ένα τέτοιο άγιο, ο οποίος μέλλει να βασιλεύσει με τον Χριστό στους αιώνες. Το πλήθος συνωστιζόταν γύρω από την νεκρική κλίνη, τυφλοί έβρισκαν το φως τους, κουφοί την ακοή τους, μουγγοί δόξαζαν τον Θεό μεγαλοφώνως, πονηρά πνεύματα τρέπονταν σε φυγή, επικρατούσε τέτοια αναταραχή, που η νεκρώσιμη πομπή δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο αυτοκράτορας σκόρπισε τότε χρυσά νομίσματα με την ελπίδα ότι θα αποσπούσαν την προσοχή του πλήθους από το φέρετρο. Δεν συνέβει όμως αυτό, καθώς ο λαός περιφρονούσε το φθαρτό χρυσό για να λάβει τη χάρη της αφθαρσίας αγγίζοντας το σώμα του Αγίου. Τέλος, το τίμιο σκήνωμα εναποτέθηκε στη βασιλική του Αγίου Βονιφατίου σε λάρνακα, διακοσμημένο με χρυσό και πολύτιμους λίθους, απ’ όπου ανάβλυζε αφθόνως μύρο ευωδιαστό, ιαματικό κάθε νόσου. Η κάρα του Αγίου Αλεξίου βρίσκεται στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων στην Πελοπόννησο.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Αφιερωμένο στους Νεομάρτυρες

Στις 31 Οκτωβρίου 1917 στη Τσαρσκογιε Σελό ο π. Ιωάννης Κοτσούρωφ δολοφονήθηκε έξω από τον καθεδρικό ναό, γιατί έκανε λιτανεία και δέηση υπέρ της ειρήνης… Ήταν ο πρώτος νεομάρτυρας.

Την Τρίτη του Πάσχα του 1918 θάφτηκε ζωντανός σε τάφο που έσκαψε με τα ίδια του τα χέρια ο Αρχιεπίσκοπος του Περμ Ανδρόνικος.

Την ίδια περίοδο στην Αγία Πετρούπολη συνελήφθησαν σαράντα ιερείς την ώρα που λειτουργούσαν. Οδηγήθηκαν στο κοιμητήριο του Σμόλενσκ και θάφτηκαν ζωντανοί με άμφιά τους.

Στις 29 Ιουνίου του 1918 έριξαν στον ποταμό Τούρα τον επίσκοπο του Τομπόλσκ Ερμογένη, αφού πρώτα του έδεσαν στον λαιμό μια τεράστια πέτρα εξηντα δύο κιλών.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1918 τουφεκίστηκε ο εφημέριος του ναού της Παναγίας του Καζάν Πετρούπολης, π. Φιλόσοφος Ορνάτσκι μαζί με τους δυο γιους του. Ήταν άνθρωπος με βαθιά πίστη και μεγάλη φιλανθρωπική δραστηριότητα και είχε οργανώσει πολλά παιδιά ιδρύματα.

Την ίδια μέρα μαρτύρησαν ο επίσκοπος Σελεγκίνσκ Εφραίμ, και ο πρωθιερέας Ιωάννης, πνευματικό παιδί του π. Ιωάννη της Κρονστάνδης.

Τον Σεπτέμβριο του 1918 μαρτύρησε ο επίσκοπος Αμβρόσιος Γουντκό. Εξάρθρωσαν τις αρθρώσεις των χεριών του ασπρομάλλη γέροντα και μετά τρύπησαν το σώμα του με ξιφολόγχη.

Τις 5 Ιανουαρίου του 1919 εκτέλεσαν στο Γιουριεφσκ τον επίσκοπο του Ρεβέλσκ Πλάτωνα. Το λείψανο του ιερομάρτυρα είχε πάνω του επτά πληεγές από τις ξιφολόγχες και τέσσερις από σφαίρες. Μαζί του μαρτύρησαν είκοσι πιστοί.

Την ίδια χρονιά ανασκολόπισαν το βοηθό επίσκοπο του Νόβγκοροντ Ισίδωρο, στη Σαμάρα.

Τον Δεκέμβριο του 1919 στη μονή του Αγίου Μητροφάνους κρέμασαν στην ωραία πύλη τον επίσκοπο Βορονέζ Τύχωνα.

Το 1920, ο αριθμός των νεομαρτύρων είχε φτάσει τους 10.000.

Οι άθεοι πάσχιζαν με κάθε τρόπο να μιμηθούν τους αρχαίους διώκτες των πρώτων χριστιανών, για «να διορθώσουν τα σφάλματα του Νέρωνα, του Δέκιου, του Διοκλητιανού», όπως κόμπαζαν. Γι’ αυτό και στα βασανιστήρια εμπνέονταν από την εφευρετικότητα των αρχαίων διωκτών, όπως δείχνουν τα επόμενα περιστατικά:

Τον Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Βορονέζ, οι βασανιστές του τον «κοινωνούσαν» με λιωμένο κασσίτερο, ενώ στο κεφάλι του κάρφωναν ξύλινα καρφιά…

Στους ιερομόναχους Αρίσταρχο από την πόλη Μπόρκι και Ρουτιόν αφαίρεσαν το δέρμα από το κρανίο.

Τον ιερέα π. Ιγνάτιο από το Πέρμ τον συνέλαβαν κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας, τον έβγαλαν έξω από τον Ναό, τον έδεσαν στην ουρά ενός αλόγου, και τον έσερναν στους δρόμους της πόλης.

Στον πρωθιερέα π. Νικόλαο Κόνιουχωφ από το Τσερντύνσκ του έχυναν νερό μέσα στην παγωνιά, μέχρι ότου ο μάρτυρας έγινε μια στήλη πάγου.

Τον Πρωθιερέα Εύγραφο Πλετνιώ από το Σεμιρέτσιγιε μαζί με τον γιο του Μιχαήλ τους έκαψαν ζωντανούς στο λέβητα του ατμόπλοιου.

Συμπληρώνοντας λοιπόν το παραπάνω παζλ μίσους και αντιχριστιανικής οργής, προσθέτω τα εξής:

Η σχετική ηρεμία που επήλθε μετά τις ταραχές των «νεωτεριστών» και των δικαστηρίων κατά τα έτη 1922-1923 δεν ήταν παρά μόνο μια προσωρινή ανάσα. Τον Αύγουστο του 1928 οι αρχές έκλεισαν τις θεολογικές και εκκλησιαστικές σχολές ενώ προηγουμένως, στις 8 Απριλίου, με το νέο νόμο για την άσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων, το κράτος επεδίωκε κυριολεκτικά να διαλύσει την Ρωσική Εκκλησία. Με τον νόμο αυτό χιλιάδες ναοί έκλεισαν, γκρεμίστηκαν ή μετατράπηκαν σε δημόσιες υπηρεσίες, πορνεία και δημόσια ουρητήρια. Αμέτρητοι κληρικοί, μοναχοί, και λαϊκοί συνελήφθησαν , εξορίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Από το 1929 ως το 1934 επικράτησε στην Ρωσία μια τέτοια μανία καταστροφής κάθε θρησκευτικού και εκκλησιαστικού πράγματος που ανάλογή της δεν συναντά κανείς στην Ιστορία. Θησαυροί της λατρείας και της χριστιανικής τέχνης εξαφανίστηκαν, μοναστήρια, θαυμάσιοι ναοί, πραγματικά μνημεία τέχνης καταστράφηκαν οριστικά.

Η Αγία Πετρούπολη έζησε μια φρικτή νύχτα στις 18 Φεβρουαρίου του 1932. Την νύχτα αυτή ο λαός την ονόμασε «Άγια Νύχτα». Οι άθεοι μπήκαν στα μοναστήρια της Πετρούπολης και συνέλαβαν πάνω από πεντακόσιους μοναχούς και μοναχές, καθώς και πολλούς ιερομόναχους που υπηρετούσαν σε ενορίες, λόγω του ότι είχαν καταργηθεί τα μοναστήρια τους. Από την Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι συνελήφθησαν όλα τα μέλη της αδελφότητας, σαράντα στον αριθμό, με επικεφαλείς τον Αρχιμανδρίτη Βαρλαάμ (Σατσερντότσκι) και Λεβ (Γιεγγόρωφ), καθώς και τον Αρχιεπίσκοπο Γαβριήλ (Βοεβόντιν). Όλοι τους δικάστηκαν με βάση το άρθρο 58δ10 και καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια φυλάκισης και εξορίας. Στην πλειοψηφία τους δεν επέστρεψαν ποτέ από τα στρατόπεδα και τις εξορίες. Άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Ο Αρχιμανδρίτης Βαρλαάμ εργάστηκε στα καταναγκαστικά έργα στην κατασκευή του Μπελομόρ κανάλ, ενός υπερφίαλου έργου του Στάλιν, στο οποίο εργάστηκαν πάνω από 100.000 κρατούμενοι και πολλοί άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Το 1937 ο Αρχιμανδρίτης εκτελέστηκε στο κανάλι. Ο αρχιμανδρίτης Λέβ σκοτώθηκε στο στρατόπεδο Ουσύννικι (περιοχή Κεμερόβο) το 1941.

Τον Οκτώβριο του 1933 οι αρχές απαγόρευσαν στον Μητροπολίτη Σεραφείμ (Τσυτσάγγωφ) να παραμείνει στην Πετρούπολη, με την πρόφαση ότι δεν έχει νόμιμο εσωτερικό διαβατήριο. Για τον ίδιο λόγο αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Πετρούπολη πάνω από διακόσιοι κληρικοί. Στις 5 Οκτωβρίου στην κενή έδρα της Πετρούπολης εξελέγη ο επίσκοπος Αλέξιος Συμάνσκι ως Μητροπολίτης Πετρουπόλεως. Η πρώην κραταιά και μεγάλη Μητρόπολη είχε σχεδόν διαλυθεί…

Ακόμη και οι κωδωνοκρουσίες εκείνη την εποχή είχαν απαγορευτεί. Ο Αριθμός των εν ενεργεία κληρικών ναών και ενοριών είχε συρρικνωθεί στο έπακρο. Πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση μέσα στην πόλη υπήρχαν 790 ναοί και υπηρετούσαν 1700 ιερείς. Τα μοναστήρια ήταν 16 και ο αριθμός των μοναχών 1629. Τον Νοέμβριο του 1933 είχαν μείνει 61 ναοί και 300 ιερείς. Τα μοναστήρια είχαν κλείσει όλα. Τον Ιούνιο του 1941 είχαν μείνει μέσα στην πόλη των 4.000.000 κατοίκων μόνο 8 (!) εκκλησίες…

Η τραγική αυτή εικόνα ήταν ίδια με την κατάσταση που επικρατούσε σ’ όλη την τότε ΕΣΣΔ. Υπήρχαν μόλις 100 ναοί ανοικτοί σ’ όλη την επικράτεια και ελάχιστοι ιερείς. Η συντριπτική πλειοψηφία των ιερέων και των μοναχών βρισκόταν στις φυλακές, σε εξορία ή στον τάφο. Με τα λόγια «ας γίνει το θέλημά Σου» χιλιάδες ιερείς και μοναχοί πήραν τον δρόμο του Σταυρού κι έχυσαν το αίμα τους υπέρ του Χριστού.

Τα τέλη του 1935 παύθηκε η προσωρινή Πατριαρχική Σύνοδος. Σε όλη την ΕΣΣΔ είχαν απομείνει μόνο 4 ποιμενάρχες. Ο τοποτηρητής του Πατριαρχικού θρόνου Μητροπολίτης Σέργιος, ο Μητροπολίτης Λένινγκραντ Αλέξιος, ο Μητροπολίτης Ντιμιτρώφσκ Σέργιος, και ο Αρχιεπίσκοπος Πετεργκώφ Νικόλαος. Αλλά και αυτοί βρισκόταν κάτω από την μόνιμη απειλή της σύλληψης….
ΠΟΙΝΙΚΟ ΑΔΙΚΗΜΑ
Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ


«Το 1922 εκτελέστη­καν 2.690 κληρικοί, και 3.448 μοναχοί,

αρκετοί επίσκοποι εξορί­στηκαν…»


 
Από την εποχή που ο Ρωσι­κός λαός δέχθηκε τo μήνυμα της Ορθοδοξίας, που η Αγία Όλγα και ο Άγιος Βλαδίμη­ρος στερέωσαν την πίστη στη ρωσική γη, από τότε ο λαός έδει­ξε θαυμαστή αφοσίωση στη θρη­σκεία του χριστιανισμού και πα­ρουσίασε κατά την μετέπειτα ι­στορική διαδρομή του καταπλη­κτικά έργα.

Ο συγγραφέας Νικολάϊ Ζερνώφ γράφει για αυτή την περίο­δο: «Η Ρωσία τόσο ως χώρα όσο και ως έθνος, χρωστάει την υπόστασή της στον χριστιανισμό. Κά­θε λαός έχει επιλέξει ή του έχουν αποδώσει ένα όνομα, που σκοπό έχει να χαρακτηρίσει την ουσία του. Η Γαλλία ως χώρα του φω­τός, η Ελλάδα το λίκνο του πολι­τισμού, η Ιαπωνία η χώρα του α­νατέλλοντος ηλίου. Ο ρωσικός λαός επέλεξε το όνομα Αγία Ρω­σία».

Την πορεία όμως αυτή ήρθε να διακόψει ένα συγκλονιστικό γεγονός. Η Οκτωβριανή Επανά­σταση του 1917. Είναι ενδιαφέ­ρον να δούμε στο σύντομο αυτό άρθρο, τον τρόπο με τον οποίο α­ντιμετώπισε τη λαϊκή πλειοψηφία το σοβιετικό καθεστώς που ήταν οι Ορθόδοξοι χριστιανοί, κατά τη διάρκεια που κατείχε την εξου­σία.

Αιματηροί διωγμοί

Τους άγριους αιματηρούς διωγμούς των Χριστιανών μπο­ρούμε ιστορικά να τους χωρίσου­με σε πέντε βασικές περιόδους.

Η πρώτη περίοδος ξεκίνησε με την επικράτηση της μπολσεβίκικης επανάστασης, όπου συνέ­βησαν σημαντικά γεγονότα σε βάρος της Ορθοδοξίας. Σε όλους τους τόνους ο κομμουνισμός διακηρύττει ότι είναι αθεϊστικό κα­θεστώς και το θέμα της θρησκεί­ας δεν ήταν δευτερεύον θέμα αλ­λά βασικό για την επιτυχία της ε­πανάστασης, θα πρέπει να ξερι­ζωθεί κάδε θρησκευτικά δόγμα από την ψυχή του λαού και να καθιερωθεί έστω δια της βίας η κοι­νωνία του Αθεϊσμού. Οι μορφές των θρησκευτικών διωγμών μπο­ρεί να άλλαζαν ανάλογα των πε­ριστάσεων, αλλά ο τελικός σκο­πός ήταν πάντοτε ο ίδιος, σταθε­ρός και σαφής, το οριστικά ξερί­ζωμα της θρησκείας από τις καρ­διές των ανθρώπων. Είναι χαρα­κτηριστικό αυτό που έγραψε ο Β.Ι. Λένιν προς τον συγγραφέας Μ. Γκόργκι ότι: «Κάθε ιδέα περί Θεού είναι μια ανείπωτη ατιμία και η πιο επικίνδυνη και απαίσια μόλυνση».

Δήμευση εκκλησιαστικής περιουσίας

Με αυτές τις διαθέσεις απένα­ντι στη θρησκεία οι σοβιετικοί όρμησαν κατά της ορθοδοξίας. Από το Δεκέμβρη του1917, δημο­σιεύοντας τα πρώτα διατάγματα που περιόριζαν την ελεύθερη δράση κάθε θρησκείας. Κρατικοποιούνται τα εκκλησιαστικά α­γροκτήματα, καταργούνται τα εκκλησιαστικά σπουδαστήρια και σχολές. Λίγο αργότερα δημο­σιεύεται ο Νόμος περί χωρισμού Εκκλησίας - Κράτους, και δή­μευση όλης της κινητής και ακί­νητης περιουσίας.

Οι διωγμοί των Χριστιανών γνώρισαν, στη συνέχεια πρωτο­φανή ένταση. Το 1922 εκτελέστη­καν 2.690 κληρικοί, και 3.448 μοναχοί, αρκετοί επίσκοποι εξορί­στηκαν μαζικά στα παγωμένα νη­σιά Σολόφσκι του Βορρά χωρίς μια τυπική δίκη, και εξήγηση.

Η δεύτερη περίοδος άνοιξε το 1922 και κράτησε μέχρι το 1929. Το κομμουνιστικό καθεστώς με επικεφαλής των Ι.Β. Στάλιν, άλ­λαξε τακτική και αποφάσισε να εξουδετέρωσει τη θρησκευτική ε­πιρροή, διαιρώντας τους πιστούς σε αντιμαχόμενες ομάδες. Εφαρ­μόζοντας την αρχή του «διαίρει και βασίλευε». Η Σύλληψη του Πατριάρχη Τύχωνα ενθάρρυνε μερικούς κληρικούς, με επικεφα­λής τον ιερέα Νεντέσκι, να απο­σχισθούν από την επίσημη Εκκλησία δημιουργώντας άλλη σχισματική. Η Εκκλησία αυτή ο­νομάστηκε «Ζώσα Εκκλησία». Με την υποστήριξη του σταλινι­κού καθεστώτος στα πρώτα βή­ματά της είχε επιτυχίες, η κυβέρ­νηση έδωσε στους σχηματικούς άδεια να ανοίξουν μια θεολογική Σχολή, να εκδώσουν βιβλία, με την υποχρέωση να περιέχουν ε­νοχοποιητικές κατηγορίες και ε­πιθέσεις κατά της Κανονικής Εκκλησίας. Οι επίσκοποι που έ­μεινα πιστοί στην κανονική Εκκλησία διώχθηκαν και βασανί­στηκαν μέχρι θανάτου. Χαρακτη­ριστική είναι η περίπτωση του Μητροπολίτη Πετρούπολης Βε­νιαμίν.

Μετά το θάνατο του Πατριάρ­χη Τυχώνα το 1926, τη διαποίμανση της Ρωσικής Εκκλησίας ανα­λαμβάνει ο Σέργιος (Στραγκορόφσκι). Πρώτο μέλημα του Μη­τροπολίτη Σέργιου ήταν από το κράτος η επίσημη αναγνώριση της Εκκλησίας, βάσει διατάγμα­τος. Η Σοβιετική κυβέρνηση όμως αντί αναγνώρισης τον συνέλαβε στις 26 Δεκέμβρη του 1926 και τον φυλάκισε.

Ο νέος νόμος

Η τρίτη περίοδος, των διωγ­μών αρχίζει το1929 για να λήξει το 1941. Στις αρχές Απρίλη 1929 δημοσιεύεται από τον Ι.Β. Στάλιν νέος Νόμος περί θρησκείας. Αυ­τή τη φορά κάθε είδους θρησκευ­τικής διδασκαλίας γίνεται ποινι­κό αδίκημα. Επιπλέον το άρθρο 17 του Συντάγματος απαγορεύει κάθε μορφή φιλανθρωπικής και εκπαιδευτικής δραστηριότητας της Εκκλησίας και περιορίζει, κά­θε τελετή θρησκευτικής λατρείας. Στα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνονται: μαζικό κλείσιμο των εκκλησιών, αυθαίρετες φορολογίες των εισοδημάτων των ελαχίστων ενο­ριών που  είχαν απομείνει, συλλή­ψεις κληρικών και πιστών, εξο­ρίες, εκτελέσεις χωρίς αιτία. Την περίοδο αυτή εξοντώθηκαν 151 επίσκοποι και 49.400 ιερείς, καταστράφηκαν χιλιάδες ναοί (περί­που 75.000) μεταξύ των οποίων πολυάριθμα ιστορικά μνημεία, π.χ την κατεδάφιση στη Μόσχα του καθεδρικού ναού του Σωτήρος, της Παναγίας του Καζάν, της Μονής των θαυμάτων στο Κρεμ­λίνο και του Αγίου Συμεών. Στο Κίεβο παρά τις διαμαρτυρίες της Ακαδημίας καταστράφηκε ή ανε­κτίμητης αξίας Μονή του Αρχάγ­γελου Μιχαήλ του 11ου αιώνα, η Εκκλησία των τριών ιεραρχών στο Ιεροσλάβ, εικόνες μεγάλης α­ξίας, χειρόγραφα ευαγγέλια, και έκαψαν χιλιάδες βιβλία.

Ζητάει βιβλία

Το 1941 ο επερχόμενος πόλε­μος αλλάζει τις σχέσεις Εκκλη­σίας και Κράτους. Ο Στάλιν αναγνωρίζει ενδόμυχα ότι η Εκκλη­σία διαθέτει τεράστια πνευματι­κή δύναμη και είναι ικανή να τονώσει την πίστη και το πατριωτι­κό αίσθημα του λαού. Ο Ι.Β. Στά­λιν ζητάει την βοήθειά της. Ο Μητροπολίτης Σέργιος απευθύ­νει μήνυμα προς το λαό και τον καλεί σε αντίσταση. Μετά τη νί­κη ο Στάλιν απένειμε το Ανώτατο παράσημο Στρατιωτικής Αξίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι Μητροπολίτες Σέργιος, Αλέξιος και Νικόλαος έγιναν δεκτοί στο Κρεμλίνο από τον Ι.Β. Στάλιν και τον παντοδύναμο υπουργό Εξω­τερικών Μολότωφ.

Η περίοδος αυτή της ανοχής δεν είχε μεγάλη διάρκεια. Το1959 τη χρονιά αυτή εξαπο­λύονται νέοι διωγμοί κατά της Ορθοδοξίας, οι οποίοι κράτησαν μέχρι τα πρώτα χρόνια που ανέ­λαβε την διακυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Με κυνικό τρόπο

Ο Νικήτας Χρουστσόφ Γενι­κός Γραμματέας του ΚΚΣΒ και πρόεδρος του ανώτατου Σοβιέτ σε συνάντηση που είχε με Γάλ­λους διπλωμάτες στις 22 του Σε­πτέμβρη του 1962 έδωσε το σύν­θημα με κυνικό τρόπο: -Μην νο­μίζετε ότι οι κομμουνιστές άλλα­ξαν τις διαθέσεις τους έναντι της θρησκείας. Παραμένουν αθεϊστές όπως υπήρξαμε πάντοτε. Κάνου­με ό,τι μπορούμε για να ελευθε­ρώσουμε όλους όσοι βρίσκονται ακόμα κάτω από τη γοητεία του θρησκευτικού οπίου".

Οι άγριοι αιματηροί διωγμοί των θρησκειών δεν υπήρξαν μό­νο στην ΕΣΣΔ αλλά σε όλες τις χώρες δορυφόροι της, όπως η Βουλγαρία, η Αλβανία, η Κίνα κα.

Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ


Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ
Στις 16 Απριλίου 1772,
Μαρτύρησε στη Σμύρνη ο Άγ. Μιχαήλ.
(Από το νέο Μαρτυρολόγιο του Αγ. Νικοδήμου).
Αυτός ήταν από την περιοχή των Βουρλών, μεταξουργός στο επάγγελμα, νέος στην ηλικία, περίπου δεκαοκτώ ετών και πολύ όμορφος στην όψη. Αφού ξεγελάστηκε από έναν αγαρηνό, αρνήθηκε την πίστη του Χριστού το πρώτο Σάββατο των νηστειών και δούλευε κοντά του με μισθό. Όταν όμως ήρθε η Αγία Ανάσταση του Κυρίου, ακούγοντας τους συνομηλίκους του και όλους γενικά τους Χριστιανούς να γιορτάζουν αυτή την λαμπροφόρα μέρα και να ψέλνουν με αγαλλίαση και χαρά μέσα στο χάνι του Κιζλαραγά το κοσμοπόθητο τροπάριο, το «Χριστός ανέστη», συναισθάνθηκε το κακό που έπαθε και αφού μετανόησε για αυτό, παράτησε την υπηρεσία στον καφενέ και έψελνε κι αυτός μαζί με τους άλλους το «Χριστός ανέστη». Ακούγοντάς τον οι παρευρισκόμενοι εκεί, τον εμπόδιζαν, λέγοντας ότι δεν ταιριάζει σε έναν Τούρκο να λέει τέτοια λόγια, τα οποία ταιριάζουν μόνο στους Χριστιανούς. Εκείνος αποκρίθηκε κι είπε: «αύριο θα δείτε ποιος ήμουνα και ποιος πρόκειται να γίνω».
Το πρωί λοιπόν, πήγε στον δικαστή ο Άγιος και του λέει: «Κάποιος που θα ξεγελαστεί και θα δώσει χρυσάφι για να πάρει μολύβι, είναι νόμιμο να δώσει πίσω το μολύβι και να πάρει το χρυσάφι που έδωσε, επειδή η ανταλλαγή δεν έγινε δίκαια και συνειδητά, αλλά με απάτη και άγνοια»; Ο δικαστής του λέει «ναι». Τότε ο Μάρτυρας του Χριστού λέει: «πάρε λοιπόν εσύ το μολύβι που μου έδωσες, αντί για χρυσάφι, δηλαδή την δική σου θρησκεία, και παίρνω κι εγώ πίσω το χρυσάφι που σου έδωσα, δηλαδή την πίστη των γονιών μου». Έτσι, με τέτοια παρρησία μπροστά στον μουσουλμάνο δικαστή και σε όλους τους παρισταμένους ομολόγησε τον Χριστό Θεό παντοδύναμο και κριτή των πάντων.
Θαυμάζοντας όλοι την παρρησία του, προσπαθούσαν να τον ξεγελάσουν με κολακείες και υποσχέσεις μεγάλων δωρεών, κατηγορώντας τον Χριστό και επαινώντας τον Μωάμεθ ονομάζοντάς τον μεγάλο προφήτη. Βλέποντας όμως τον Μάρτυρα να μένει σταθερός στην πίστη του Χριστού, τον έβαλαν στη φυλακή, μέχρι να τον εξετάσουν για δεύτερη φορά. Μετά από δυο μέρες, παρουσιάστηκε ο Άγιος μπροστά στον δικαστή και ομολογώντας τον Χριστό Θεό αληθινό, όπως και προηγουμένως, καταδικάστηκε σε θάνατο. Καθώς λοιπόν οδηγούνταν ο μακάριος στη σφαγή, έδειχνε ολόκληρος μια χαρά και μια αγαλλίαση. Και αφού ζήτησε συγχώρεση από τους Χριστιανούς που συγκεντρώθηκαν εκεί, έσκυψε το κεφάλι του και αποκεφαλίστηκε με ξίφος, παίρνοντας έτσι από τον Χριστό το στεφάνι του Μαρτυρίου. Και το τίμιό του λείψανο φαινόταν για τρεις μέρες να έχει ένα χρώμα λευκό, σαν χιόνι, και μετά από αυτά το έριξαν στη θάλασσα, η οποία το έβγαλε έξω στο μέρος που λέγεται Φοινικιά. Κάποιοι Χριστιανοί βαφείς που το βρήκαν μαζί με την τίμια κεφαλή του, το πήραν με ευλάβεια και το έφεραν στον Ναό της Αγίας Φωτεινής, και εκεί ενταφιάστηκε με τιμές
Δια των πρεσβειών του, μακάρι να αξιωθούμε κι εμείς εν τη Βασιλεία των Ουρανών. Αμήν.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014


Μαρτύριο των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης και των συν αυτώ εν Λέσβο.

Στην ίδια θέση που βρίσκεται σήμερα η Ιερά Μονή του Αγίου Ραφαήλ, στη Θερμή της Λέσβου, ήταν κτισμένη παλαιότερα η Μονή των Καρυών που καταστράφηκε από τους πειρατές το 1235μ.Χ., όταν Ηγουμένη ήταν η Οσιομάρτυς Ολυμπία. Το μοναστήρι αυτό κτίσθηκε ξανά το 1433 και ως Ηγούμενος ήρθε ο Άγιος Ραφαήλ το 1454. Όμως, τον Σεπτέμβριο του 1462 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Μυτιλήνη και το νησί ολόκληρο. Τον Μάρτιο του 1463, ήρθαν στη Θερμή Τούρκοι φοροσυλλέκτες για το χαράτσι...


Σε όσους δεν έβρισκαν πολλά γρόσια, έπαιρναν μικρά παιδιά μέχρι 14 ετών, καθώς και κοπέλες παρθένες, που όμως η απαγωγή μιας εξ αυτών, δυσαρέστησε πολύ ένα παλικάρι που την αγαπούσε και για το λόγο αυτό φόνευσε τον Τούρκο τσοχατζάρη. Ως αντίποινα τότε οι Τούρκοι σκότωναν ασκαρδαμυκτί, γι’ αυτό και πολλοί Θερμιώτες αρνήθηκαν να πληρώσουν οποιονδήποτε φόρο και κατέφυγαν στα γύρω βουνά του Παλαμά και της Παντέρας για να μην φονευθούν, μπλέκοντας όμως αδίκως το μοναστήρι που ήταν εκεί, καθώς και τον Άγιο Ραφαήλ. Την Μεγάλη Τρίτη, 3 Απριλίου του 1463, ο Άγιος Ραφαήλ διατάσσεται να παραδώσει στους Τούρκους, τους Θερμιώτες «αντάρτες», αλλιώς θα κατέστρεφαν την Μονή. Την Μεγάλη Πέμπτη, διηγείται ο Ακίνδυνος που ήταν επιστάτης της Μονής, ότι μετά την Ακολουθία των Παθών και τα Δώδεκα Ευαγγέλια, ο Ηγούμενος (Αγ. Ραφαήλ) μας ανακοίνωσε πως έπρεπε να ανοίξουμε την Κρύπτη της Μονής. Ήταν μία στενόμακρη γαλαρία που ξεκινούσε από την καταπακτή του Ιερού και σε λίγο διακλαδιζόταν σε μια μικρή ψευτοκρύπτη για να συνεχίσει με μυστική πρόσβαση στην κυρία Κρύπτη. «Εδώ θα κρύψουμε απόψε τους πνευματικούς μας θησαυρούς, θα ακολουθήσουν, Αδερφοί μου, ώρες χαλεπές. Γρηγορείτε και προσεύχεσθε. Υλικά αγαθά δεν έχουμε. Ας κοιτάξουμε όμως να περισώσουμε τους θησαυρούς της άμωμης Πίστης μας για τους μεταγενέστερους. Εμείς δώσαμε τη Διακονία μας, τώρα έρχεται η στιγμή να δώσουμε και τη Μαρτυρία μας για το Χριστό και για την Ελλάδα. Πολλοί στεναγμοί θ' ακουστούν σε τούτα τα χώματα. Κι από πολλές γενιές. Μα θα 'ρθει κάποτε μια νέα γενιά ελεύθερη που θ' αξιωθεί να συνεχίσει την ίδια Διακονία. Γι' αυτούς ας κρύψουμε τους πνευματικούς μας θησαυρούς, να δυναμώσουμε και να διευκολύνουμε τη δική τους Διακονία»…
Εκείνο το βράδυ δεν κοιμηθήκαμε. Κουβαλήσαμε ό,τι μπορούσαμε, τα ιερά βιβλία, τα άμφια και τα Αγια Σκεύη του Ιερού, τις εικόνες, όλα στην κρύπτη. Σε ειδικό δέμα περιτυλιγμένο με κατραμωμένο πανί η Πικραμένη Παναγιά. Την ασπαστήκαμε όλοι με δάκρυα και βαθιά προσευχή αφού την κάναμε πρόχειρη λιτανεία... Πρωί πρωί ο Ηγούμενος μ' έστειλε μαζί με τον Αδερφό Σταύρο (μοναχός της Μονής) στο βουνό. Η φωνή του δεν σήκωνε κουβέντες καθώς ο Σταύρος προσπάθησε να φέρει αντίρρηση. «Μα Γέροντα θα χρειαστούμε εδώ. Έχει εδώ σήμερα τόσην χρείαν...». «Στην Παντέρα και οι δυο σας, στη Σπηλιά του Γέροντα. Και θα έρθετε για την Ανάσταση...»
Καταλαβαίναμε πως κάτι το ασυνήθιστο γινόταν στο μοναστήρι. Μα τα φίδια μας φάγανε σαν το δειλινό του Μεγάλου Σαββάτου πλησιάσαμε προς τις Καρυές. Μπροστά μας ο βοσκός της στάνης μας. «Μακριά, μην πλησιάζετε στο μοναστήρι, γίνεται χαλασμός, χαλασμός. Έλεος ο Κύριος...». Μείναμε εκεί κρυμμένοι προσπαθώντας ν' αγναντεύουμε χωρίς να μπορούμε να δούμε τίποτα. Έτσι αδιόρατα έφταναν στα αυτιά μας βογγητά και στεναγμοί πόνου. «Πάμε ρε Ακίνδυνε, μέσα στο χαλασμό κι εμείς...», έκανε ο Σταύρος. «Εδώ, Σταύρο, υπομονή μέχρι το τέλος, αν γίνει ο χαλασμός εμείς θα πρέπει να πάμε και να τον κλάψουμε, και να τον συμμαζέψουμε, υπομονή...». Και μείναμε περιμένοντας Λαμπρές ημέρες άυπνοι, ατάϊστοι, λιγωμένοι από τον πόνο. Τη Λαμπροτρίτη κονταυγές σαν είδαμε τα τούρκικα μπαϊράκια να φεύγουν πλησιάσαμε δειλά δειλά στο μοναστήρι. Με το που αντικρίσαμε το κακό, η ψυχή μας πιάστηκε σα να ξυπνούσε από άγριο όνειρο, γινήκαμε αγέρας και βρεθήκαμε αγέρας πάνω στα πετσοκομμένα κουφάρια των αγαπημένων μας. Πιάστηκε η ψυχή μας. «Για το Θεό, θα λιγοθυμήσω», έκανε ο Σταύρος και παραπάτησε. Έσφιξα την καρδιά μου και τον έπιασα από το μπράτσο. «Κουράγιο». Δίπλα σ' ένα σωρό ξεσκισμένες σάρκες ήταν γονατισμένη η Αγγελική η Μαραγκίνα μαζί με τη δεκάχρονη κόρη της τη Βασιλικούλα. Στεγνές, βουβές, και με κουρελιασμένα ρούχα να κοιτάζουν αποχαυνωμένες τα ουράνια και να μαγουλοτραβιώνται πάνω στα ερείπια και τα πετσοκομμένα πτώματα. «Μα πώς έγινε, κυρα-Αγγέλα, τούτη η τρομερή καταστροφή; Τόσο μίσος, τόση βαρβαρότητα;...» Η κυρα-Αγγέλα στύλωσε τα στεγνά της μάτια επάνω μου κι έδειξε κατά τους νεκρούς. Σηκωθήκαμε απαλά και πήγαμε στην άκρη. «Για το θεό, κάτι πρέπει να κάνουμε, τι θα κάνουμε, Θεέ μου;», έκραξεν ο Σταύρος σηκώνοντας ψηλά, σε στάση απελπισμένης ικεσίας, τα χέρια του.
«Αχ να σας τα ειπώ, να σας τα ειπώ εγώ, τα είδα όλα με τα μάτια μου, τα μαρτύρια και τα τούραγνα εδώ, ούτε στον εχθρό σου. Δόξα να 'χει ο Θεός...». Θεομαχιόταν και σταυροκοπιόταν η κυρα-Αγγέλα. Σε λίγο ηρέμησε και καθίσαμε στην απόμερη πεζούλα, τα μάτια μας γεμάτα τρόμο προς τον δρόμο μη ξανάρθουν οι αγριότουρκοι. Η απλή Μυτιληνιώτισσα με την αγριεμένη ματιά χάιδεψε τη Βασιλικούλα στην αγκαλιά της να την ηρεμήσει και βούτηξε τη γλώσσα της στις σκληρές μνήμες των ημερών εκείνου του Πάσχα: «Όλα αρχίσανε μ' αυτόνε τον αντίχριστο, το ζαβό-Αλαμανό, που μισούσε το μοναστήρι (ήταν ο Δρ. Σβάιτσερ, ένας Εβραιογερμανός πλανεμένος «ιατροφιλόσοφος» που πήγαινε στη Μονή, κουβέντιασε δήθεν και ύστερα σπιούνευε το τι γινόταν στο μοναστήρι). Κατάδωσε λοιπόν στους Τούρκους ότι οι αντάρτες είχαν καταφύγει εκεί. Τη Μεγάλη Παρασκευή οι αγριότουρκοι βρίσκονταν έξω από το μοναστήρι ζητώντας να μιλήσουν στον Ηγούμενο. Ο Ραφαήλ, όπως το ξέρετε κι εσείς, από την προηγούμενη αντιλήφθηκε πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Λοιπόν βγήκε και διαβεβαίωσε τους εισβολείς ότι δεν έκρυβε αντάρτες, αλλά αθώους και φιλήσυχους Χριστιανούς. Άρχισαν οι έρευνες. Τελικά σαν ύποπτοι θεωρήθηκαν ο προεστός της Θερμής Βασίλειος, ο Ιεροδιάκονος Νικόλαος και ο Θεόδωρος Διδάσκαλος της Θερμής. Όλοι δέθηκαν κι άρχισαν οι ανακρίσεις μέσα στη νύχτα. Ο Άγιος Ηγούμενος σήκωσε τη φωνή και διαμαρτυρόταν για την άδικη ιεροσυλία τέτοιες μέρες, αλλά δέθηκε στη μεγάλη καρυδιά και χτυπήθηκε άγρια. Οι διαμαρτυρίες του διακόνου Νικολάου έγιναν αιτία να δεθεί κι αυτός στη μικρή καρυδιά, ενώ ο προεστός με το Διδάσκαλο δέθηκαν στο αγκωνάρι της πόρτας. Και να ιδείς τη συμφορά, η Ντόνα Μαρία, η γυναίκα του προεστού κρατώντας το εντεκάμηνο μωρό της Ραφαήλ (το είχε βαπτίσει ο Άγιος Ραφαήλ) να παρακαλεί τους κακούργους για έλεος. Αυτοί κατακλωτσώντας τη γυναίκα της πήραν το μωρό και το ποδοπάτησαν κάνοντας το λιώμα, δεν βλέπετε ούτε έμεινε τίποτα από το δόλιο. Το μαρτύριο της κορυφώθηκε όταν ανακρίθηκε η κόρη της, η Ρηνούλα μας. Το κορίτσι, κοιτάζοντας μια τον Ηγούμενο μια τον μπαμπά της, αρνήθηκε να παραδεχθεί την ύπαρξη ανταρτών. Οι κακούργοι άρχισαν το βασανισμό. Οι βασανιστές ήταν πέντε: δυο Οθωμανοί, ένας Λαζός, ένας Τσερκέζος κι ένας Τουρκαλβανός, φίδια μαύρα και οι πέντε. Καθώς που λέτε στην αυλή έβραζε εδώ στο μεγάλο καζάνι το νερό για τη λάτρα, πήραν ένα χωνί κι άρχισαν να ρίχνουν βραστό νερό στο στόμα της κοπέλας, ενώ οι γονείς της πέσανε χάμω από τον πόνο. Ήτανε να σπαράζει η ψυχή σου, τέτοια τούραγνα. Εκείνο το κακόμοιρο να υποφέρει χωρίς να δίνει κατάθεση. Ο Λαζός απλώνει το χατζάρι του και χραπ, ο ασεβής, της κόβει το δεξί χέρι, κατόπιν το πόδι της. Το κοριτσάκι να πέσει ξερό. Τελικά παίρνει το αθώο σωματάκι της ένα ξεσκλίδι και το πετά στο πιθάρι που άναβε η φωτιά. Η Ειρήνη μαρτύρησε με φρικτούς πόνους στη θράκα. Πέσαμε στα γόνατα, έλεος, έλεος Θεέ μου τέτοιες μέρες. Και κλείναμε με φρίκη τα μάτια μας. Η άτυχη μάνα, η Μαρία, δεν πρόφθασε ούτε και να λιποθυμήσει. Βέλαξε σα δαμάλα που τη σφάζουνε και παραδόθηκε στο βαθύ της πόνο. Πέθανε από καρδιακή προσβολή. Ξερή στον τόπο, Θεέ μ' συγχώραμε, δεν τουραγνίστηκε παραπάνω.
Ο Διδάσκαλος Θεόδωρος κλαίγοντας γοερά δέχτηκε την επόμενη επίθεση. Μη έχοντας να μαρτυρήσει τίποτα εξαγρίωσε τους Τούρκους περισσότερο. Σε μια στιγμή απελπισίας, δεν άντεξε, τους εξεμπρόστιασε: "Ασεβείς, άκαρδα θεριά, εγώ σαν Έλληνας Δάσκαλος δεν μπορεί παρά να διδάσκω τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Και πεθαμένος αυτά θα διδάσκω..." Οι βασανιστές έγιναν θηρία. Δεν αρκέστηκαν με τρόπο φοβερό να του κόψουν τα χέρια και το κεφάλι. Καθώς το ακέφαλο πτώμα του κατρακυλούσε στη γη, συμφορά, άλλο να βλέπεις κι άλλο ν' ακούς, πήραν το κεφάλι που ακόμα σπαρταρούσε σαν το ψάρι και το σφήνωσαν ανάμεσα στα σκέλη του, ντροπής πράγματα τον άνθρωπο, δε βλέπετε τα χάλια. Να, και τα λιανισμένα χέρια τα έβαλαν στη θέση του κεφαλιού οι αντίχριστοι γιατί ήταν βλέπεις Δάσκαλος, περιφρόνηση, εξευτελισμός μέχρι 'κει που δεν παίρνει άλλο.
Ο διάκονος Νικόλαος διαμαρτυρήθηκε για τον εξευτελισμό του Δασκάλου. Είχε κι αυτός υποστεί ένα γερό ξυλοδαρμό μα μπορούσε να μιλήσει. Ο Τσερκέζος, ένα πανύψηλο ντερέκι με άγρια μαλλιά, γυρίζει προς το μέρος του κι αρχίζει να γελά δυνατά και σαρκαστικά. Μ' αυτό το γέλιο σταμάτησε κι η καρδιά του Νικολάου. Βλέπεις κι άλλη καρδιακή συγκοπή. Πάει το διακάκι μας, η χρυσή καρδιά.
Η Λαμπρή που λέτε βρήκε τον προεστό και τον Ραφαήλ να υπομένουν μονάχοι και σιωπηλοί το πολλαπλό τους μαρτύριο. Η ανάκριση τώρα στράφηκε στον Ηγούμενο χωρίς όμως καρπούς. Αφού τον έσυραν από τα μαλλιά και τα γένια πολλές φορές πέρα δώθε στον αυλόγυρο, τον κρέμασαν σου λέει ανάποδα στην μεγάλη καρυδιά. Τα ίδια έπαθε και η ανεψιά του προεστού Ελένη, άστην αυτή την έρμη, τουραγνίστηκε και κακοποιήθηκε σκληρά. Ξεψύχησε κι αυτή μέσα στα μαρτύρια. Κατά το ηλιοβασίλεμα του Πάσχα και αφού τουραγνίστηκε σκληρά, αποκεφαλίστηκε και ο προεστός Βασίλειος και δυο-τρεις άλλοι.
Την άλλη μέρα βρέθηκε στο μοναστήρι ο Αλέξανδρος, ο γιατρός ντε (ήταν φίλος του μοναστηριού)! Έφριξε ο άνθρωπος καθώς είδε τη σφαγή και τον Ηγούμενο σ' αυτά τα χάλια. Έκλαψε, παρακάλεσε για έλεος. "Μη θέλεις να πάρεις τη θέση του;" κορόιδεψε ο αγριότουρκος. Ο Αλέξανδρος προσπάθησε να δώσει στον Άγιο ένα ποτήρι νερό. Μα τα μαρτύρια ξανάρχισαν σκληρότερα. Κατά τα μεσάνυχτα της Λαμπροδευτέρας προς Τρίτη ο Τουρκαλβανός έφερε ένα πελώριο πριόνι "Να τον κόψουμε από το στόμα" συμφώνησαν όλοι. Το σαγόνι του Άγιου ανθρώπου, δεν το βλέπετε είναι κομμένο, αποκολλήθηκε ξεσκλίδι και πετάχτηκε. Ο Αλέξανδρος μη αντέχοντας την καταστροφή πήρε κάποιο πεταμένο χατζάρι και αυτοκτόνησε. Τέτοια απελπισία το 'πιασε το παιδί, έλεος Κύριε. Εμείς τα φτωχά Θεός γνωρίζει πώς αντέξαμε κι αντέχουμε να κρατούμε την ανάσα ακόμη στο στόμα μας...». Δεν ήταν ανάγκη, δεν αντέχαμε στο ύστερο, που ν' αντέξουμε στην τόση καταστροφή, δεν ήταν πια λόγια, ήταν η ανάγκη, τόσα κορμιά σφαγμένα κι ελεεινά, κάτι να τα θάψουμε, ο ήλιος κιόλας έτσουζε, οι χρυσόμυγες ζουζούνιζαν πάνω στα αίματα, Χριστέ μου τι συμφορά που μας μελλότανε να δούνε τα μάτια μας...»
Και συνεχίζει ο Ακίνδυνος: «Ο μοναχός Σταύρος λοιπόν κίνησε να πάει στο χωριό και να φέρει στραβά κουτσά τον παπα-Σάββα (Ιερέας της Θερμής), εκατό τόσο χρονών άνθρωπο για την κηδεία. Εγώ με τον τσοπάνο μείναμε για τους τάφους, η κυρα-Αγγέλα με το παιδί πήραν να μαζεύουν τους νεκρούς και να τους τακτοποιήσουν, κοψίδια κρέας δηλαδή τι να ταχτοποιήσεις, ας είναι... Τα χέρια μου κούτσουρο, πώς ανοίχτηκαν αυτοί οι τάφοι ένα θαύμα ήτανε. Για τον Ηγούμενο, την άγια ψυχή, ετοίμασα μέσα στην εκκλησιά, τρομάξαμε να βρούμε ένα χώρο μέσα στα αποκαΐδια που κάπνιζαν ακόμη. Τον προεστό με τη Ντόνα Μαρία μαζί, δίπλα ό,τι μαζέψαμε από τη Ρηνούλα και το μωρό, τι να μαζέψεις ένα λιώμα. Και πιο πέρα το διάκονο και δίπλα τον Διδάσκαλο. Τι πόνος, Θεέ μου, πόσες φορές την ημέρα εκείνης της αλησμόνητης πίκρας δεν εμακάρισα να ήμουν κι εγώ ένας από τους σφαγμένους....
Κατά το απομεσήμερο έφτασε κι ο Σταύρος με τον παπα-Σάββα, ένα ερείπιο γεμάτο συντριβή. Είναι βλέπεις και τυφλός «Παιδιά μου, δεν έχω μάτια, θέλω να ιδώ τους Μάρτυρες, να ιδώ τον Ηγούμενό μας». Μοιρολόγησε η κυρα-Αγγέλα «σπολάτι παπα-Σάββα, είσαι τυχερός, ρώτα κι εμάς που τους είδαμε, πόνος παπα-Σάββα, πόνος αβάσταχτος...». Ο παπα-Σάββας είχε τυλιχτεί σ' ένα σιγανό κλάμα. Σύρθηκε κατά το αγίασμα κι έτριψε τα θαμπά του μάτια σε βαθιά προσευχή. Σα σηκώθηκε μόνος του, βαδίζοντας κατά τα λείψανα φωτοβολώντας Άγιο Φως, η Βασιλικούλα εσπάραζε: «Βλέπει, ο παππούλης βλέπει». Όλοι μείναμε ξεροί κοιτάζοντας το θαύμα. Ο παπα-Σάββας ατάραχος φόρεσε πετραχήλι κι έβαλε μπρος για την ακολουθία της κηδείας... «Ψυχαί Δικαιων εν χειρί Θεού. Και ου μη άψηται αυτών βάσανος...»
Από τότε ο μοναχός Σταύρος και ο Ακίνδυνος, κρυβόντουσαν στις σπηλιές των γύρω βουνών. Την ίδια χρονιά (1463), την ημέρα της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου), ο πατήρ Σταύρος κατέβηκε στη Θερμή να μιλήσει, να αγιάσει και να εμψυχώσει τους Χριστιανούς. Τον είδε όμως, ο δόκτωρ Σβάιτσερ και τον «κάρφωσε» στον αγά. Τρεις μέρες μαρτύρια. Του κόψανε το αυτί και την άλλη μέρα τη μύτη. Παραμονή της Παναγίας του κόψανε το λαιμό και τον ενταφίασαν οι Θερμιώτες ύστερα από τρεις μέρες. Τα παλικάρια της Θερμής ορκιστήκανε να εκδικηθούν τους Τούρκους. Τον Απρίλιο του 1464, συνελήφθη ο Ακίνδυνος και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.
Μετά από πεντακόσια χρόνια, στις Καρυές της Θερμής, άρχισε να κτίζεται το 1962 η Μονή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου, Ειρήνης και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, μετά από σειρά θαυμαστών σημείων (1959-1962) που απεκάλυψαν τον μαρτυρικό βίο των Νεομαρτύρων. Ο Φώτης Κόντογλου λέγει: «Τοιαύτα θαύματα δεν έγιναν σε κανένα μέρος της Οικουμένης όπου κατοικούν Χριστιανοί…». Το μοναστήρι σήμερα είναι τόπος προσευχής και άσκησης για 45 μοναχές και την Γερόντισσά τους Ευγενία. Από όλα τα μήκη και πλάτη της Ελλάδας, αλλά και του υπολοίπου Ορθοδόξου κόσμου, συρρέουν χιλιάδες προσκυνητές για να προσκυνήσουν τους Θαυματουργούς Αγίους, εις δόξαν του Τριαδικού Θεού, και να ενδυναμωθούν πνευματικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς που διανύει το Γένος μας.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΕΛΙΚΗΣ

Αποφθέγματα και νουθεσίες π. Ευσεβίου Γιαννακάκη


Αποφθέγματα και νουθεσίες π. Ευσεβίου Γιαννακάκη
ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ
π. Ευσεβίου Γιαννακάκη

* Η μεγαλύτερη δύναμις στην υδρόγειο σφαίρα είναι η Χάρις του Θεού.
Να είμαστε αχόρταγοι για τη θεία Χάρη. Να μη χορταίνουμε.
Όταν έρχεται η θεία Χάρη, θα στεκόμαστε με αυτοσυγκέντρωση, αυτοέλεγχο, προσευχή.
Με τη συνεχή προσπάθεια η κάθε ψυχή, με θέληση αγαθή και με τη χάρη του Θεού, προάγεται και προκόπτει στην αρετή και στην αγιότητα.
*
* Όποιος αγωνίζεται κατά της αμαρτίας, γράφει τις ωραιότερες σελίδες στο βιβλίο του Θεού. Γιατί όλα γράφονται εκεί.
Όσοι έφυγαν με αρετή, τους έτυχε μεγάλη υποδοχή στον ουρανό.
Μόνιμος υπάλληλος, σου λέει, στο Δημόσιο. Τί είναι αυτό μπροστά στην αιωνιότητα; Έχουμε εξασφαλίσει θέση μονιμότητας Εκεί;
Όλο και να προσθέτουμε ένα κομμάτι στη γέφυρα της αγιότητος που θα μας οδηγήσει στον ουρανό.
* Ο πονηρός ψιθυρίζει την απιστία. Ούτε ένα γιώτα δεν θα παραλειφθεί από όσα είπε ο Κύριος. Υπάρχει κόλαση και Παράδεισος. Και μάλιστα εμείς οι πιστοί θα κριθούμε αυστηρότερα.


Πνευματικά συνεργεία οι ακολουθίες.
  Η νοερά προσευχή πρέπει να γίνεται ανά πάσαν στιγμή. Δεν έχει σημασία αν είναι εντατική ή αδύνατη. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο πού ξέρει ο καθένας τί κάνεις, αν είσαι προσηλωμένος στο Θεό; Νους, στόμα, καρδιά κύκλο ή νοερά προσευχή. Χάνεται ο λογισμός. Απομονώνεται, εξαφανίζεται.
*  Η προσευχή να γίνεται. Έστω και τυπική, που σου ψιθυρίζει ο διάβολος ότι είναι ξηρή και τυπική.
"Είσελθε εις το ταμιείον σου, όταν προσεύχη, και... αποδώσει σοι εν τω φανερώ". (Ματθ. 6, 6). Να κλείσουμε όχι μόνο την πόρτα του δωματίου μας, όταν θέλουμε να προσευχηθούμε, αλλά να κλείσουμε και τα αυτιά μας και τη σκέψη και όλες τις αισθήσεις του εαυτού μας. Να τα ξεχάσουμε όλα, να είναι νεκρά τη στιγμή εκείνη και μόνο με το Θεόν τον Άπειρο, τον Ένα, τον Πολυέλεο, τον Πολυεύσπλαγχνο Θεό να μιλούμε. Εκείνη τη στιγμή να ζούμε μόνο τον Θεό. Κατά το σώμα να μη ζούμε. Αυτό ζητά, όταν λέει "κλείσας την θύραν σου"' τη θύρα των αισθήσεών μας εννοεί.
Να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα. Στην εργασία μας, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, παντού. Το πρωί, όταν ξυπνήσουμε, πρώτα προσευχή, πάντα προσευχή. Την ευχή να λέμε πολλές φορές, στο δρόμο, στο σχολείο, στην εργασία μας. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν. Τότε νιώθουμε τον εαυτό μας γεμάτο και ο Θεός δίνει πλούσια τη Χάρη Του...
* Η Χάρις του Θεού «η τα ασθενή θεραπεύου­σα»12. Όταν εμείς αγωνιζόμαστε για αγνή και καθαρή ζωή, με προσευχή, Εξομολόγηση, θεία Κοινωνία, τότε δίνει πλούσια τη Χάρη Του, που αρδεύει την ψυχή, όπως το νερό ζωογονεί τα πάντα. Ο αδύναμος άνθρωπος που πέφτει, τρεκλίζει, όσο κι αν τον πολιορκεί η αμαρτία, να αγωνίζεται. Να μην το βάζει κάτω. Να λέει: ο Θεός είναι κοντά μου, μαζί μου. δεν θα μ’ αφήσει...
* "Πνεύμα... περιέργειας και αργολογίας μη μοι δως"13. Βάλαμε ποτέ κανένα βράδυ τον εαυτό μας, αδελφοί μου, στο σκαμνί να τον εξετάσουμε γι’ αυτά τα δύο;
Περιέργεια: Προσπαθούμε να δούμε, ν’ ακούσουμε τί κάνει ο α, πώς κινείται ο β, κ.λπ. Και ύστερα απ’ αυτό σχηματίζονται στο μυαλό μας τόσες άσχημες εικόνες, που δεν μπορούμε να προσευχηθούμε.
Αργολογία: "Παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι λόγον εν ημέρα κρίσεως" (Ματθ. 12, 36). Η αργολογία συνορεύει με την κατάκριση, με τη συκοφαντία. Λέμε - λέμε, αραδιάζουμε, ψάχνουμε να βρούμε το κουσούρι του καθενός και είμαστε έτοιμοι να εξαπολύσουμε φαρμακερές, καυτές, δαγκωτές κουβέντες εναντίον του.
Από κάθε γωνιά της γης τόσες άσχημες αναθυμιάσεις ανεβαίνουν στο θρόνο Του... Κι όμως ο Θεός α­γαπάει, ανέχεται, μακροθυμεί. Με τον πόνο, με τη δοκιμασία επισκέπτεται τους ανθρώπους, και όσοι έχουν καλή διάθεση ομολογούν τα σφάλματά τους ενώπιον του Πνευματικού, χύνουν δάκρυα, γίνονται άλλοι άνθρωποι. αυτοί, που, αν τους γνωρίζαμε λίγα χρόνια πριν, θα τους βομβαρδίζαμε με τα λόγια μας.
* Στα Μοναστήρια αφιερώνουν τη μία ημέρα για τους αρρώστους, την άλλη για τη νεολαία, την άλλη για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα. Προσεύχονται και κάνουν κομποσχοίνια... Ας αφιερώσουμε κι εμείς μία ημέρα την εβδομάδα, την Τετάρτη ή την Παρασκευή. να μη μιλάμε, αλλά να κάνουμε προσευχή για την κατάσταση τη σημερινή. Να μη μιλάμε καθόλου. μόνο τα αναγκαία, τα επαγγελματικά να λέμε. Να γονατίσουμε, να προσευχηθούμε, να κάνουμε κομποσχοίνινα δείτε, θαύμα θα γίνει, αδελφοί μου...
*   Να σηκώνεται το πρωί ο πιστός, να γονατίζει και να λέει: «Κύριε φύλαξέ με από την περιέργεια και την αργολογία. Θέλω να είμαι οικοδομητικός, και για τον εαυτόν μου και για τους άλλους. Να οικοδομούμαι και να οικοδομώ. Με την εμφάνισή μου, με τα λόγια μου, με την προβολή μου, με τη γλώσσα μου να οικοδομούμαι και να οικοδομώ τους άλλους». Πόσο ωραίο θα ήταν! Τί κοινωνία θα είχαμε, τί Εκκλησία θα είχαμε!
* Οι ιερείς είναι ταχυδρόμοι του ουρανού. Εμείς τί κάνουμε; Όταν ο ταχυδρόμος φέρνει το γράμμα, βλέπουμε τον ταχυδρόμο ή το γράμμα; Ο ιερέας είναι φωτιά που καίει.
*  «Εν όλη ψυχή σου ευλαβού τον Κύριον και τους ιερείς αυτού θαύμαζε» (Σοφ. Σειρ. ζ', 29). Όποιος δεν ευλαβείται με όλην την δύναμιν του είναι του τον Κύριον και δεν είναι υποτεταγμένος στους ιερείς, δεν έχει την χάριν του Θεού και επομένως είναι μακριά από την Εκκλησίαν του Χριστού.
*
Καλείται ο άνθρωπος τακτικά να πλησιάζει το Ποτήριο της Ζωής. Η καλύτερη και αγιώτερη πρόσκληση... «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» λέει ο ιερεύς, όχι «απέλθετε»!.. Παίρνουμε Χριστό Εσταυρωμένο και Αναστημένο. Και τότε όλα τα δύσκολα σημεία δεν έχουν καμιά θέση στη ζωή μας... Ακτινοβολούμε και μοσχοβολάμε από ζωή Χριστού. Και απολαμβάνουμε τη χαρά του Ουρανού από εδώ, γιατί «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν».
«Είμαι πολύ άρρωστος Κύριε, να λέει, δέξαι με, ως βαριά άρρωστο, ως ετοιμοθάνατο». Έτσι πρέπει να πιστεύει όταν πλησιάζει το Ποτήριον της Ζωής. Και έχει ανάγκη, πολλή ανάγκη να πάρει Σώμα και Αίμα Κυρίου, για να δυναμώσει τον εαυτόν του. Για να νικήσει τον εαυτόν του. Για να αγωνισθεί καλύτερα.
*    «Νήφε εν πάσι». Άγρυπνος σε όλα. Άνθρωποι που τους επισκέφθηκε η χάρις του Θεού και δεν πρόσεξαν έγιναν κοσμικότεροι από τους κοσμικούς. Ο χειρότερος άνθρωπος στην κοινωνία μπορεί να γίνει αυτός που δοκίμασε την Χάρι του Θεού και μετά δεν πρόσεξε.
*    Και μόνος του να είναι κανείς ανάμεσα στους κοσμικούς, αν είναι σωστός χριστιανός, μεταβάλλει το κοσμικό αυτό περιβάλλον σ’ ένα κομμάτι του Παραδείσου.
*
*   Να αναγκάζουμε τον εαυτό μας στο θέλημα του Θεού.
*   Όταν βρισκόμαστε σε δίλημμα τί να κάνουμε, και μικρό παιδί να ρωτάμε.
*   Να ενταφιάσουμε τον κακό εαυτό μας για να αναστηθούμε. Διαφορετικά θα ζούμε στο αιώνιο σκοτάδι.
*   Χρειάζεται χειρουργική επέμβασις στα πάθη.
*   Θέλει πολλή δύναμη να μην είμαστε φίλοι με τον εαυτούλη μας.
*   Θερμόμετρο πνευματικής ζωής να βάζουμε, για να βλέπουμε αν προαγόμεθα.
  Πάνω στα νευρά, πάνω στο θυμό, στην ταραχή, επάνω στο σεισμό, στον πειρασμό, βλέπει κανείς τον εαυτό του καλύτερα. Βλέπει και γνωρίζει ο αγωνιστής, η αγωνίστρια, τον εαυτό του καλύτερα. Άμα δε συνέβαινε να θυμώσει, να νευριάσει, θα ήξερε τί είναι, για να αρχίσει να λαμβάνει μέτρα κατά του κακού εαυτού του;
*   Να βάζει ο πιστός κλείθρα στον κακό εαυτό του, κλείθρα στη σκέψη του, κλείθρα στο νου του.
*   Δεν είναι η ζωή καρναβάλι και επιπολαιότης. Είναι ζωή την οποία περιμένει ο ουρανός.
*   Παλαίστρα είναι η ζωή. δεν είναι τίποτε άλλο.
  Δεν είναι εύκολο να τελειώσουμε το πανεπιστήμιο, την ακαδημία, ή να μάθουμε δυο-τρεις ξένες γλώσσες. Αλλά το να κλείνουμε τον Ουρανό στη σκέψη μας είναι πολύ εύκολο. Αρκεί να το θέλουμε.
*
*   Η αγάπη εκδηλώνεται περισσότερο στην πτώση του άλλου.
*   Καλείσαι να γίνεσαι συμπαθής στις πτώσεις των άλλων.
*   Αν βλέπουμε κάτι άσχημο στον αδελφό μας, στο συνάνθρωπό μας να μη μιλάμε καθόλου... να προσευχόμαστε.
  Η μεγαλύτερη μορφή αγάπης είναι να προσεύχεσαι για κάποιον που δεν το ξέρει...
*   Έχει μεγάλη αξία η προσευχή, όταν επεκτείνεται και σε ανθρώπους που δεν έχουν για μας καλή γνώμη. Δυνατόν να μας αντιπαθούν είτε από άγνοια είτε γιατί ζουν μακριά από τον Θεό. Και όχι να λέει κανείς δυο λόγια, αλλά με την καρδιά του, με πραγματική αγάπη. Ο πιστός που φεύγει από αυτή την ζωή, πόση χαρά νιώθει για το ότι προσευχόταν για κάποιον που δεν του φέρθηκε καλά!..
*   Δεν αφήνει ο πιστός το συγγνώμη για αύριο.
*   Δεν ζει τη θεωρία ο πνευματικός άνθρωπος αλλά τη θυσία.
*   Η πίστις και η ελπίδα είναι για τη γη. Η αγάπη θα μας συνοδεύσει έως τον ουρανό, έως τη θέση που θα απολογηθούμε.
* Ελεημοσύνη δεν είναι μόνο να δώσεις ένα κομμάτι ψωμί. Ελεημοσύνη είναι να πεις και μια κουβέντα καλή. Εκείνη θα μείνει περισσότερο. Το ψωμί θα το φάει, πάει. Μια κουβέντα σωστή καλή που θα πεις, με την αρετή σου, με την αγιότητά σου, αυτή θα μείνει. Αυτή αποτελεί υπέροχη ελεημοσύνη.
*
* Ο εγωισμός σαν την μπουλντόζα γκρεμίζει όλες τις αρετές.
Να απουσιάζει η αντωνυμία «εγώ». Τις αρετές μας θα εκτιμήσει ο Θεός και όχι τις ικανότητες.
*  Είναι έκδηλος η Χάρις του Θεού στους ταπεινούς ανθρώπους. Το βλέπουμε σε κληρικούς και λαϊκούς.
*  Είναι άριστο να έχουμε τη συναίσθηση ότι είμαστε μηδέν. Διαφορετικά, αν πιστεύουμε ότι έχουμε αρετή έστω και λίγη, φουσκώνουμε από εγωισμό.
*  Εκδήλωση του εγωισμού είναι η πολυλογία, αλλά και η σιωπή πολλές φορές. Να πετύχει κανείς το μέτρο. Να μιλάει όταν πρέπει. Να είναι ευχάριστος. Να λέει τα οικοδομητικά, τα άγια. Να λέει κάθε μέρα και λιγότερα. Να θεωρεί τον εαυτό του χειρότερο από όλους. Να μη λέει «μου φταίει ο ένας, μου φταίει ο άλλος». Ο ολιγόλογος προκόπτει σε σύνεση και διάκριση.
* «Μετανοείτε. ήγγικε γαρ...»
Το πρώτο κήρυγμα του Κυρίου... Όχι απλώς δάκρυα στο εξομολογητήριο, όχι απλώς κατάθεση και ομολογία. Μετάνοια. αλλαγή ζωής. Να καταθέσουμε το ξίφος του εγωισμού. Μαστίζει ο εγωισμός την κοινωνία, τις οικογένειες. Καρκίνος ο επάρατος εγωισμός. Και εμείς οι μοναχοί, οι μοναχές κι εσείς οι λαϊκοί, όλοι να αλλάξουμε ζωή, να πολεμήσουμε τον εγωισμό.
*   Έχει δύναμη η Χάρις του Θεού, έχει πολύ μεγάλη δύναμη. Και αν βλέπουμε τον εαυτό μας αμετάβλητο σε μερικά σημεία, αυτό πρέπει πολύ να το προσέξουμε, γιατί ίσως εμείς να μην ανοίγουμε την πόρτα της ψυχής μας με τη μετάνοια τη σωστή, με τη δυνατή μετάνοια.
* Εάν βλέπουμε και παρατηρούμε στον εαυτό μας στασιμότητα, αυτή είναι η αιτία: Στυλωνόμαστε στο εγωιστικό σκαπάνι του εαυτού μας και δος του βάλλουμε κατά των άλλων. Υπαγορεύει ο εγωιστικός λογισμός και λαλεί το στόμα, λαλεί η γλώσσα άπρεπα και ανόητα και ανύπαρκτα πράγματα.
* Πάντα στον αγώνα μας. Να μην απαιτούμε από τους άλλους. Αλλά να κοιτάμε εμείς πώς θα προσφέρουμε τον εαυτό μας στους άλλους.
* Όποιος δεν παραπονείται και δεν έχει απαιτήσεις, έχει τη Χάρη του Θεού.
* Τί ωραίο πράγμα είναι να μην κάνει ο άνθρωπος κανένα παράπονο! Μόνο για τον εαυτό του να κάνει παράπονο και ποτέ για τον άλλο. Η επιτυχία εκεί βρίσκεται. Να στέκεται, να βλέπει και να ελέγχει τον εαυτό του. Να παρατηρεί και να αηδιάζει τον εαυτό του. Εκεί είναι ο Θεός. Εκεί είναι ο Χριστός, η ειρήνη, η γαλήνη, τα πάντα.
Γι’ αυτό, «στώμεν καλώς». Να βάλουμε φράγμα, δυνατό φράγμα. Διότι νοθεύει ο λογισμός ολόκληρο τον εαυτό μας, νοθεύει τη ζωή μας. Τη νοθεύει και την αχρηστεύει. Συμφέρει; Δεν συμφέρει.
Άμα με τον Θεό κουβεντιάζουμε φεύγουν οι λογισμοί.
*
* Ουαί και αλίμονο, εάν περάσει η ιδέα από κανέ­ναν ότι δεν έχουμε ελλείψεις και δεν έχουμε ελαττώματα. Και όταν μας λένε καλά λόγια, μας εγκωμιάζουν, μας επαινούν, τότε περισσότερο να ταπεινωνώμεθα. Αν μας έρχεται μια ωραία σκέψη κατανύξεως, να νιώθουμε ακόμη πιο ταπεινοί. "Θεέ μου, Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτή την σκέψη. Εγώ είμαι ένα μηδενικό". Κάθε καλή σκέψη έρχεται από τον Κύριο, δεν είναι δική μας.
* Ταπείνωση! Αυτό που επικρίνει και αποστρέφεται ο Θεός είναι η υπερηφάνεια, η ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας...
Ο ταπεινός άνθρωπος διακρίνεται παντού. Και στα λόγια του και στο βάδισμά του και στο φαγητό του και στον ύπνο του. Δεν διαπληκτίζεται, δεν θυμώνει, δεν νευριάζει, δεν διεκδικεί καλά και σώνει το δίκιο του. Προκειμένου να χάσει την ειρήνη και τη γαλήνη του και να τα χαλάσει με τον Θεό, παραιτείται. Στέκει στην Άκρα ταπείνωση του Κυρίου.
*
*   Η στενοχώρια και η απογοήτευση έρχονται, όταν στηριζόμαστε στον εαυτό μας και στις δικές μας δυνάμεις. Να τα αφήνουμε όλα με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού και στην αγάπη Του να τα τακτοποιή­σει.
*   Να αποφεύγουμε τη μελαγχολία όπως ο διάβολος το λιβάνι. Η μελαγχολία ξεκινάει από τον εγωισμό και το απαιτητικό πνεύμα.
*   Διαμέσου των δοκιμασιών ο άνθρωπος λαμπικάρεται.
*   Να μπορούμε ν’ αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με δοξολογία εις τον Θεόν. Με το «δόξα Σοι ο Θεός».
*   Κάτω από τα μαρτύρια που υφίστατο ο Άγιος Δημήτριος, κρυβόταν ο Άγιος. Πίσω από το μαρτύριο που περνάει ο καθένας από εμάς, υπάρχει ένας άγιος;
*   Χρειάζεται εσωτερική καλλιέργεια, για να αγαπήσουμε τα δύσκολα σημεία... αυτά οικοδομούν.
*   Όλα βοηθάνε το Χριστιανό. Και οι αρρώστειες και οι πειρασμοί και οι δυσκολίες. Αρκεί να τα αντιμετωπίζει με πλήρη την πεποίθηση και εμπιστοσύνη ότι όλα τα κατευθύνει η αγάπη του Θεού.
  Αν καμιά φορά κάποιος συναντήσει ένα πειρασμό, να μην του φερθεί κάποιος καλά, να μην του μιλήσει καλά, να πει: «Τί ωραία που είναι! Ευχαριστώ, Θεέ μου. Επέτρεψες να συμβεί αυτό για να βλέπω καλύτερα τον εαυτό μου...». Άμα κατορθώσουμε και αποτυπώσουμε στη σκέψη μας, στην καρδιά μας και στη ζωή μας το Σταυρό του Κυρίου, τον Εσταυρωμένο Ιησού, όποια δυσκολία κι αν συναντήσουμε, δεν θα σταθούμε. Ιησούς! Υπάρχει καλύτερο όνομα; Όνομα τυπωμένο στο κέντρο της ζωής μας.
*
*   Ο πόνος είναι μαργαριτάρι. Είναι ο κρίκος που σε ενώνει με τον Θεόν.
*   Ευεργετικός ο καρκίνος. Οδηγεί σε μετάνοια.
  Χαρά σε κείνον που είναι έτοιμος κι ας έχει καρκίνο. Στα χέρια του Θεού είμαστε. Οπωσδήποτε μια μέρα θα φύγουμε. αυτό είναι βέβαιο. Πιο φοβερός είναι ο καρκίνος της ψυχής, η αμαρτία, τον οποίο ουδόλως υπολογίζουν οι κοσμικοί άνθρωποι.
* Είτε πέντε χρόνια ζήσει κανείς, είτε εκατόν πέντε δεν έχει σημασία. Αξία έχει η υγεία της ψυχής.
Χαρά σ’ αυτούς που αντιμετωπίζουν την περίπτωση της ασθενείας με μετάνοια. και είτε ζήσουν είτε όχι, θα είναι έτοιμοι. Ο Κύριος περιμένει. Περιμένει στο φρέαρ του Ιακώβ την κάθε ψυχή, όσο αμαρτωλή κι αν είναι. Περιμένει ν’ αδειάσει στο εξομολογητήριο το θολό νερό της ψυχής της και να γεμίσει με νερό καθαρό, ώστε να μη διψάσει στην αιώνια ζωή.
*
* Ακόμη κι όταν αδικούμαστε να μην παραπονούμαστε. Ευκαιρία είναι.
*   Και να μας πουν μια κουβέντα να μη σταθούμε. Ο Κύριος καρφώθηκε πάνω στο Σταυρό. Κι όμως «εσιώπα». Εμείς γιατί διαμαρτυρόμαστε; Άλλωστε «μακάριοί εστε όταν ονειδίσωσιν υμάς».
*   Και να αδικείται ακόμα ο πνευματικός άνθρωπος δεν βλάπτεται, όταν δεν μιλάει. Βλέπει τον εαυτόν του καλύτερα, ευχαριστεί τον Θεόν και κοιτάζει μήπως κάποια αδυναμία κρύβεται μέσα του και του κάνει ζημιά στην πνευματική του πορεία.
*   Η αδικία πάντοτε χωρίζει εκείνους που αδικούν από τον δίκαιο Θεό και τους οδηγεί στη χρεωκοπία... Αδικημένοι να είμαστε, για να έχουμε μισθό από τον Θεό.
*  Το ωραιότερο και αγιώτερο δώρο του Θεού είναι ο χρόνος της ζωής του ανθρώπου.
*  Όταν ταξιδεύουμε, ετοιμάζουμε τις αποσκευές μας. Και αποτελούν βάρος. Οι πνευματικές αποσκευές δεν αποτελούν βάρος. Όσο πιο πολλές είναι, τόσο πιο ανάλαφρο κάνουν τον άνθρωπο. Πούπουλο τον κάνουν. Η αισιοδοξία, η γαλήνη, η αγάπη, η ταπείνωσις... είναι αποσκευές της ψυχής. Όταν υπάρχουν αυτές δεν χωράει ζηλοτυπία, πάθος, μίσος ...
*  Αν έχουμε κατά νουν το φέρετρο, τότε τίποτα δεν θα θεωρούμε δικό μας, παρά μόνο το βαλιτσάκι με τα σάβανα, αυτά και μόνο μας ανήκουν τίποτε άλλο.
*  Ζωή αγία, καθαρή, αγγελική για τον Ουρανό και την αιωνιότητα. Να το σκεπτόταν αυτό ο άνθρωπος! Χίλια χρόνια κι από την αρχή χίλια χρόνια και πάλι απ’ την αρχή. Μια αρρώστια, μια δοκιμασία, μια κακουχία κάποτε περνάει. Η Αιωνιότητα όμως!... Ο Θεός να φυλάξει και τον πλέον αδύνατον... Αιωνιότης ατέρμονη. Να μας διακατέχει το πνεύμα της αιωνιότητος...
*   Να δώσει ο Θεός να βρεθούμε μέσα από την πόρτα του Παραδείσου. Όχι απ’ έξω. Και πολλές φορές από την πόρτα του Παραδείσου θα αηδιάζουμε όποιο γήινο ελάττωμα και αδυναμία μας παρέσυρε. Θα λέμε πόσο ανόητος ήμουνα.
*    Θέλουμε δε θέλουμε σπέρνουμε στον εαυτό μας. Θέλουμε δε θέλουμε θα παρουσιάσουμε τη σπορά εκεί επάνω. Με αμέλεια, με πείσμα, με λογισμούς, με προσπάθεια προσφέρουμε τον εαυτό μας; Κινηματογραφική ταινία θα είναι η ζωή μας στη μέλλουσα κρίση. Να μας φωτίσει ο Θεός να σπέρνουμε εν Πνεύματι. Λοιπόν, θέλει δε θέλει ο άνθρωπος σπέρνει. πώς θα υπακούσει, πώς θα κοιτάξει, πώς θα απαντήσει, πώς θα εκφραστεί... Τί ωραίο πράγμα να καταλήξει ο άνθρωπος με καθαρή σπορά, καθαρό χωράφι και καθαρή οικοδομή για την αιωνιότητα! Πόση θα είναι η χαρά!
*
* Δεν μπορεί να συλλάβει η σκέψη μας τί κάνουν οι Άγιοι για μας που ζούμε εδώ, στην κοιλάδα του κλαυθμώνος. Τί δεήσεις και τί προσευχές κάνουν οι Άγιοι για μας εδώ. Διότι περπάτησαν εδώ που περπατάμε και εμείς, και συνάντησαν δυσκολίες, πειρασμούς και εμπόδια, που κι εμείς συναντάμε. Να καταφεύγουμε πάντα στους Αγίους και να ζητάμε έλεος, τις προσευχές και τις ικεσίες τους.
Είδατε οι φίλαθλοι με πόσο πάθος παρακολουθούν τους δικούς τους αθλητάς που αγωνίζονται στο στάδιο; Λοιπόν, σκεφτόμαστε κι εμείς ότι πάνω από τον Ουρανό παρακολουθούν οι Άγιοι τον αγώνα μας εδώ στη γη και προσεύχονται; Και πόση χαρά δοκιμάζουν όταν νικάμε.