Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Κυριακή του Τυφλού

Ιω. 9, 1-38


Συνάντησαν στο δρόμο, ο Ιησούς και οι μαθητές Του, έναν εκ γενετής τυφλό. Και η πρώτη απορία των μαθητών ήταν “Κύριε, ποιός αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, για να γεννηθεί τυφλός;”. “Ούτε αυτός, ούτε οι γονείς του”, απαντά ο Χριστός, “αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού”. Και αφού με το σάλιο Του έφτιαξε πηλό, τονίζοντας ότι Αυτός ο ίδιος είναι το φώς του κόσμου, τον έβαλε επάνω στα μάτια του τυφλού και του είπε να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο Κύριος επαναλαμβάνει μπροστά στα μάτια των μαθητών Του το έργο της Δημιουργίας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού. Τόσο μεγάλο είναι το θαύμα, ώστε ακόμα και οι γείτονες του πρώην τυφλού, αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι το ίδιο πρόσωπο. Τον ρωτούν επανειλημμένα να τους εξηγήσει πώς, ενώ δεν είχε μάτια, τώρα έχει και βλέπει. Κι εκείνος, με απλότητα τους διηγείται το περιστατικό και με πίστη ομολογεί ότι ο Ιησούς, που τον θεράπευσε, είναι Προφήτης, δηλαδή απεσταλμένος του Θεού.

Κι ενώ ο σωματικά τυφλός τώρα βλέπει, οι γραμαμτείς και οι Φαρισαίοι εμμένουν στην πνευματική τους τύφλωση, διώχνοντας από τη συναγωγή όποιον τολμούσε να ομολογήσει τον Χριστό. Αρνούνται αρχικά το θαύμα, καλούν τους γονείς του τυφλού για να βεβαιωθούν ότι πράγματι γεννήθηκε τυφλός, και τέλος κατηγορούν τον Χριστό ως αμαρτωλό, επειδή έφτιαξε πηλό την ημέρα του Σαββάτου. Στην τύφλωσή τους και την πόρωση της καρδιάς τους, ο μόνος που τολμά να αντισταθεί και να επιχειρηματολογήσει είναι ο θεραπευθείς τυφλός. “Δεν δέχεστε τον Ιησού ως απεσταλμένο του Θεού”, τους απαντά, “εκείνο όμως που γνωρίζουμε όλοι είναι ότι ο Θεός δεν ακούει τους αμαρτωλούς, αλλά τους θεοσεβείς. Και από τη στιγμή που πραγματοποίησε ένα τόσο μεγάλο και πρωτάκουστο θαύμα, δεν μπορεί να μην προέρχεται από τον Θεό”.
Η πνευματική όμως τύφλωση, η οποία πάντοτε συνοδεύεται από τον εγωισμό, υπαγορεύει στους φαρισαίους να εκφραστούν υπεροπτικά: “εσύ, που γεννήθηκες μέσα στην αμαρτία, τολμάς να μας διδάσκεις;” και με τα λόγια αυτά τον έδιωξαν από τη συναγωγή. Όταν άκουσε ο Ιησούς ότι τον έδιωξαν από τη συναγωγή, τον συνάτησε και τον ρωτά: “πιστεύεις στον υιό του Θεού;” -”και ποιός είναι, Κύριε, για να πιστέψω σε αυτόν;”, ρωτά εκείνος. Και όταν ο Χριστός αποκαλύπτεται πλέον στον πρώην τυφλό, τότε εκείνος αναφωνεί “Πιστεύω, Κύριε” και Τον προσκυνάει.
Το κύριο νόημα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, που αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο η Εκκλησία μας την έχει συμπεριλάβει στον κύκλο των Κυριακών του Πεντηκοσταρίου, είναι τα λόγια του Χριστού, ότι “ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου”. Ο Χριστός είναι το φως του κόσμου, είναι εκείνος που μπορεί να ανοίξει τα πνευματικά μας μάτια, ώστε να δούμε την πραγματική διάσταση και κατάσταση της ψυχής μας. Οι φαρισαίοι, παρόλο που καθημερινά μελετούσαν το λόγο του Θεού, από τη στιγμή που δεν δέχονται τον Ιησού αποδεικνύονται τυφλοί και παράλογοι, θεωρούν την αλήθεια και το φως του Χριστού ως απειλή, αμφισβητούν τα θαύματά Του, απιστούν και Τον αρνούνται. Οι ταπεινοί ψαράδες πάλι, από τη στιγμή που γνωρίζουν τον Χριστό, μετετρέπονται σε κήρυκες της Αληθείας, σε Αποστόλους του Ευαγγελίου. Και όχι μόνο αυτοί, αλλά κάθε άνθρωπος που έρχεται σε επαφή με το Χριστό και Τον γνωρίζει, απολαμβάνει αυτού του φωτισμού, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από τις διηγἠσεις του Ευαγγελίου και από τους βίους των Αγίων.
Αυτό ακριβώς το νόημα έχει και η φράση του Χριστού, ότι δηλαδή είναι το φως του κόσμου, όταν και εφόσον βρίσκεται στον κόσμο. Δεν εννοεί εδώ ο Χριστός τη φυσική Του παρουσία. Αλλά την αποδοχή του προσώπου Του και των λόγων Του από τον κόσμο, από την κοινωνία, από τον κάθε άνθρωπο. Για να φωτισθεί ο κόσμος, πρέπει να έρθει ο Χριστός. Για να φωτιστεί πνευματικά ο κόσμος δεν αρκούν οι σοφοί και οι τεχνοκράτες, αλλά χρειάζεται να έλθει το αληθινό Φως, είναι ανάγκη να Τον προσκαλέσουμε και πάλι στη ζωή μας, να Του ανοίξουμε τις θύρες και τα παράθυρα της καρδιάς μας, για να την φωτίσει και να τη ζεστάνει.
Σε μια εποχή που η κοινωνία παραπαίει ανάμεσα στην αδικία, την ατομοκεντρικότητα και την πνευματική σύγχιση, το μεγαλύτερο έλλειμμα είναι αυτό του πνευματικού πλούτου, το έλλειμμα της αγάπης και της γνώσεως του Θεού. Αν θέλουμε να αλλάξει η ζωή μας, και μαζί με εμάς σταδιακά όλος ο κόσμος, τότε οφείλουμε να ανακαινίσουμε τον έσω άνθρωπο, να προσκαλέσουμε και να δεχτούμε τον Αναστάντα Κύριο Ιησού Χριστό, που είναι η οδός και η αλήθεια και η ζωή.
Ὁ Ὕμνος τῆς Ἀγάπης
Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ. (ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)!
altO γέρο Χαραλάμπης έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του με την νοσταλγία της χαμένης του πατρίδας.
Σκεφτόταν συνέχεια το όμορφο χωριό του κοντά στην Προύσα και τα μάτια του βούρκωναν.Μ'αυτόν τον καημό έφυγε για την ζωή.
Συχνά έπαιρνε στην αγκαλιά του τον εγγονό του τον Μπάμπη, και του μιλούσε για το χωριό του. Του περιέγραφε πως ήταν η εκκλησία, το σχολείο που έμαθε τα πρώτα του γράμματα, την πλατεία που έπαιζε.
Με μεγάλη λεπτομέρεια του περιέγραφε το σπίτι που γεννήθηκε, παντρεύθηκε, απέκτησε τα παιδιά του. Ο Μπάμπης μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα. Πάντα όμως θυμόταν τον παππού του..... Και όταν κάποια μέρα πληροφορήθηκε πως ένα ταξιδιωτικό πρακτορείο είχε οργανώσει εκδρομή στα μέρη της Προύσας, θεώρησε χρέος του να επισκεφθεί αυτόν τον τόπο, στη μνήμη του παππού του.
Δυνατή συγκίνηση κατέλαβε τον Μπάμπη, όταν βρέθηκε στο χωριό του παππού του. Είδε πρώτα την εκκλησία, μόνο που τώρα ήταν τζαμί. Πλησίασε στο καφενεδάκι του παππού του...... ήταν κλειστό. Και η πλατεία εντελώς παραμελημένη. Κι 'έφτασε μπροστά στο σπίτι.....
Με τρεμάμενο χέρι έσπρωξε την αυλόπορτα. Στα σκαλοπάτια καθόταν ένα γεροντάκι. Σηκώθηκε μόλις τον είδε."Έλα παιδί μου, τι θέλεις;" τον ρώτησε στα τούρκικα...
Με τις λίγες τούρκικες λέξεις που είχε μάθει ο Μπάμπης από τον παππού του, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει πως είχε έρθει από την Ελλάδα για να γνωρίσει το χωριό του παππού του. Σαν τ άκουσε ο γέρος τινάχτηκε πάνω. Άπλωσε τα χέρια και τον έσφιξε στην αγκαλιά του..."Κάλως όρισες" του είπε ελληνικά. "Το ξέρα πως θα ρθείς και σε περίμενα" ο Μπάμπης τον κοίταξε σαστισμένος. Τον έπιασε εκείνος από το χέρι και τον οδήγησε σ´ένα μικρό δωμάτιο στο εσωτερικό του σπιτιού.
Τον έβαλε να καθίσει στην μοναδική καρέκλα . Σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο πρόσωπο του και συνέχισε. Γεννήθηκα σ´ ένα όμορφο χωριουδάκι της Μακεδονίας.Οι γονείς μου ήταν Μωαμεθανοί και στο επάγγελμα αγρότες.
Εγώ ήμουν το μικρότερο παιδί της οικογένειας. Όταν οι άλλοι λείπανε όλη μέρα στα κτήματα εγώ έμενα στο σπίτι του φίλου μου του Νικολάκη. Πολλές φορές κοιμόμουνα κιόλας. Οι γονείς του μ´αγαπούσαν και δεν με ξεχώριζαν από τα παιδιά τους. Ήταν καλοί άνθρωποι και πιστοί χριστιανοί, Εκκλησιάζονταν συχνά το βράδυ όλη η οικογένεια, γονάτιζαν και προσεύχονταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας όπου έκαιγε συνέχεια το καντήλι, και δίπλα το θυμιατήρι, που σκορπούσε σ´όλο το σπίτι ευωδία.
Όλα αυτά έμενα μ´ έκαναν να νιώθω δέος. Πολλές φορές γονάτιζα και εγώ μαζί τους και μιλούσα με την Παναγία σαν να μιλούσα με την μάνα μου. Η ψυχή μου τότε γέμιζε γαλήνη.
Κάποια μέρα η οικογένεια του Νικολάκη πήγανε σ´ένα ξωκλήσι που πανηγύριζε. Με πήραν κι εμένα μαζί τους. Παρακολούθησα τη Θεία λειτουργία κι όταν είδα τους πιστούς να προχωρούν προς την Ωραία Πύλη για να μεταλάβουν ακολούθησα και εγώ.
Ο πατέρας του φίλου μου με συγκράτησε."Όχι εσύ παιδί μου" μου είπε χαμηλόφωνα. "
"Δεν μπορείς να μεταλάβεις γιατί είσαι αβάφτιστος" Τον κοίταξα με παράπονο.." "Τότε να βαπτιστώ" του απάντησα.
Λίγο αργοτέρα ο κυρ Δημήτρης μου εξήγησε πως ανήκουμε σε διαφορετικές θρησκείες και οι γονείς μου δεν θα μου επέτρεπαν να βαπτιστώ. Θα μπορούσα όμως να το κάνω όταν γινόμουνα ενήλικος κι εξακολουθούσα να έχω τον ίδιο πόθο.
Κι έγω περίμενα την πολυπόθητη εκείνη μέρα και συνέχιζα να προσεύχομαι στην Παναγία. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβα να πραγματοποιήσω τη μεγάλη μου επιθυμία. Πρίν ακόμα ενηλικιωθώ έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών.
Με πήραν οι γονείς μου και με φέρανε σε τούτο εδώ το χωριό.
Ήταν νύχτα και δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τον φίλο μου και την αγαπημένη μου εκείνη οικογένεια. Αυτό μου στοίχισε πολύ. Μια δυο φορές θέλησα να φύγω απο το σπίτι. Οι γονείς μου αναγκάστηκαν να με κλειδώσουν σε τούτο εδώ το δωμάτιο, και συνέχισα να μένω όλα αυτά τα χρόνια.
Ένα βράδυ πάνω στην απελπισία μου γονάτισα, όπως έκανε η οικογένεια του Νικολάκη και με δάκρυα στα μάτια παρακάλεσα την Παναγία να με βοηθήσει να γυρίσω πίσω. Και ξαφνικά νίωθα μια υπέροχη ευωδιά να πλημμυρίζει το δωμάτιο. Το θεώρησα σαν απάντηση της Παναγίας στην προσευχή μου. Την ίδια ευωδία την νιώθω ακόμα μέχρι σήμερα, όταν το βράδυ προσεύχομαι.
Αργότερα άρχισα να ακούω κάποια ελαφρά χτυπήματα κάτω απο το κρεβάτι που κοιμόμουν. Έναν ολόκληρο χρόνο δεν μπορούσα να καταλάβω τι συνέβαινε, ούτε όμως τολμούσα να το πώ σε κάποιον. Βρήκα την ευκαιρία κάποια μέρα που όλη η οικογένεια μου είχε πάει σ´ένα γάμο στο διπλανό χωριό κι έψαξα με πολύ προσοχή στο σημείο εκείνο. Πρόσεξα πως κάποια σανίδια δεν εφάρμοζαν εντελώς.
Τα ανασήκωσα μ'ενα αιχμηρό αντικείμενο. Είδα απο κάτω ένα μεταλλικό κουτί. "Σίγουρα θα είναι κάποιος κρυμμένος θυσαυρός" σκέφτηκα.
Ρίγος με κατέλαβε όταν το άνοιξα. Μέσα υπήρχε μια ολόχρυση εικόνα της Παναγίας, ένα καντήλο και ένα θυμιατήρι που ευωδίαζαν.
"Σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που φύγανε απο αυτό το σπίτι έκρυψαν τον πολύτιμό θυσαυρό τους για να μην πέσει σε βέβηλα χέρια". Το ίδιο σκέφτηκα να κάνω και γω. Να φυλάξω την εικόνα μέχρι να βρεθεί κάποιος απο την οικογένεια που θα μπορούσα να την παραδώσω. Κι αυτό ήταν το αίτημα μου όταν προσευχόμουν κάθε βράδυ στην Παναγία. Πέρασαν χρόνια από τότε.
Οι γονείς μου φύγανε απο τη ζωή. Τ' αδέρφια μου παντρεύτηκαν κι έκαναν δικό τους σπιτικό. Εγώ έμεινα εδώ μόνος. Φύλαγα την εικόνα της Παναγίας. Δεν θέλησα να παντρευτώ, ούτε να μπεί γυναίκα στο σπίτι μου. Οι συγγενείς και συγχωριανοί μου με θεωρούσαν αλλοπαρμένο και δεν με πλησίαζαν. Αυτό με βόλευε, γιατί δεν με ενοχλούσαν.
Είχα πάντα την Παναγία που με προστάτευε.
Τελευταία οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν. "Μην αφήσεις Παναγία μου να πεθάνω πριν παραδώσω σε χέρια σίγουρα την εικόνα σου" Προσευχόμουνα συνέχεια. Και ψες το βράδυ πήρα την απάντηση της .
Η ευωδία σταμάτησε. Μια δροσέρη αύρα απλώθηκε στην ψυχή μου. Έβγαλα την εικόνα απο το κουτί και μου φάνηκε πως η Παναγία μου χαμογέλασε. "Κάποιον θα στείλει σήμερα να την πάρει", σκέφτηκα και κάθισα απο το πρωί στα σκαλοπάτια να περιμένω. Τώρα πια μπορώ να κλείσω τα μάτια μου ήσυχος.
Συγκινημένος ο Μπάμπης πήρε το ιερό κειμήλιο απο τα χέρια του γέροντα. Έσκυψε μετά και φίλησε το χέρι του κι ένιωσε σαν να φιλούσε το χέρι του παππού του.
Τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά. Αποχαιρετήστηκαν δακρυσμένοι. Πρίν φύγει ο Μπάμπης, ο γέροντας του έδωσε ένα σακουλάκι "Πάρτο παιδί μου, του είπε.
Έχει χώμα απο τον κήπο του παππού σου. Βάλτο στον τάφο του να αναπαυθεί η ψυχή του!

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΕΚΚΛΗΣΙΑ.........ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ;
Άρα τι είναι αυτό που κάνει την ζωή μας χαρούμενη όταν βρισκόμαστε στην Εκκλησία;Στην Εκκλησία όσοι βρεθούν συντηρούν την χαρά τους,στην Εκκλησία βρίσκουν την ανάπαυση οι στεναχωρημένοι και τη χαρά οι λυπημένοι.
Ο ίδιος ο Κύριος μας το λέει «Ελάτε κοντά μου όσοι είστε κουρασμένοι και φορτωμένοι από θλίψεις και αμαρτίες και εγώ θα σας ξεκουράσω».
Ίσως αυτή να είναι η καλύτερη πρόσκληση που μπορεί να υπάρξει πρός εμάς.
Ο Κύριος μας προσκαλεί στην Εκκλησία.Γιατί όμως;
Μας καλεί διότι θέλει να μας ξεκουράσει και να μας ανακουφίσει από τους πόνους και τα βάσανα,για να μας απαλλάξει από τις αμαρτίες μας.
Θέλει να μας γιατρέψει την στεναχώρια με την ευχαρίστηση και την λύπη με την χαρά.
Δεν θέλει την τιμώρία μας,άλλωστε εμείς τιμωρούμε τον εαυτό μας με τις πράξεις μας.
Η Εκκλησία δεν λειτουργεί ως δικαστήριο,αλλά ως θεραπευτήριο των ψυχών.
Όσα προβλήματα και αν έχουμε στην Εκκλησία τα ξεχνούμε και με την βοήθεια του Θεού τα ξεπερνούμε.
Στην Εκκλησία δεν υπάρχουν αδιέξοδα, στην Εκκλησία και με την αγάπη του Χριστού όλα λύνονται.
Και πιο ειδικά σήμερα που αρκετοί αδελφοί μας έχουν χάσει την χαρά και η καθημερινότητα τούς πνίγει σαν θηλία, η Εκκλησία και ο Χριστός είναι εδώ,ανάμεσά μας και μας περιμένει για να μας βοηθήσει.
Ελεύθερος είναι αυτός που ζεί για το Χριστό,αυτός ξεπερνά τα κακά και δεν φοβάται τίποτα.
Άρα όλοι μας ας ομολογούμε καθημερινά το Χριστό και την Ανάστασή Του, μας το λέει και ο Απόστολος Παύλος «Άδελφοί κρατώμεν τής ομολογίας»[Εβρ. 4,14].
Να είμαστε ακλόνητοι και ατρόμητοι στην ομολογία της πίστεώς μας.
Τα μαρτυρολόγια  είναι η απάντηση στους διώκτες της Εκκλησίας και στους φωστήρες τις πατρίδος μας οι οποίοι ως γενίτσαροι θέλουν να ισοπεδώσουν τα πάντα και τους πάντες.
Τι τους λέει το φτωχό τους μυαλό;Νομίζουν ότι ο Θεός θα μας αφήσει στο έλεός τους;
Κάποτε ρώτησαν τον Κολοκοτρώνη:-Εσύ στρατηγέ με ποιούς πάς;
Είσαι Αγγλόφυλος;
-Όχι αποκρίθηκε ο γέρος του Μωριά.
-Τότε θά είσαι γαλλόφιλος.
-Ούτε.
-Είσαι μήπως Ρωσόφιλος;
-Ούτε αυτό.
-Μα τότε ,λοιπόν τι είσαι;
-Εγώ ήμουν και θα είμαι πάντοτε Θεόφιλος.Γιατί σαν το Θεό κανείς δεν αγαπάει την Ελλάδα.
Η Πατρίδα μας και η Εκκλησία εχούν κοινή οδό,η πίστη και η Ορθοδοξία στάθηκε δίπλα στους αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία.
Η Εκκλησία πάλι σήμερα είναι μπροστάρης στον πόνο,στην ελεημοσύνη,στην κάθε είδους ανάγκη των αδελφών μας.Είναι το θεραπευτήριο των ψυχών και των σωμάτων.
Αυτή είναι η απάντηση σε όλους τους βολεμένους,που η κρίση και η φτώχεια δεν τους έχει αγγίξει.
Ξέρουν μόνο να βγαίνουν κατά διαστήματα και να κατηγορούν την Εκκλησία η οποία στέκετε πάντα δίπλα στο λαό και μοιράζετε τα προβλήματά του και του προσφέρει την καθημερινή του τροφή,που αυτοί του στερούν.
Ας μας πούν οι φωστήρες μας που θέλουν να μας σώσουν και πάνω από  όλα βάζουν την δική τους καλοπέραση,ποιά πόρτα είναι ανοικτή η δική τους ή της Εκκλησίας;
Η μόνη πόρτα που είναι ανοικτή σήμερα είναι αυτή της Εκκλησίας και της αγάπης των χριστιανών, οι οποίοι από το υστέρημά τους βοηθούν ο καθένας όσο μπορεί στην ανακούφιση των πονεμένων.
Σήμερα οι άπιστοι ειρωνεύονται τους πιστούς και πολεμούν την Εκκλησία και το έργο της γιατί τους χαλά τα σχέδια.Αλλοίμονο όμως αν οι πιστοί φοβούνται τους άπιστους.Οι Μάρτυρες δεν φοβήθηκαν τα μαχαίρια ούτε το μαρτύριο.Και φθάσαμε στο σημείο σήμερα να σκεφτόμαστε αν θα κάνουμε τον Σταυρό μας σε δημόσιο χώρο.Αυτά βλέπουν οι άπιστοι και οι ασεβείς και βρίσκουν έδαφος ώστε να μεταδώσουν τη χολέρα της απιστίας τους.
Ίσως σας κούρασα,όμως ας κυρήξουμε όλοι μας το Χριστό και την Ανάστασή Του.Μην δειλιάζουμε .
Και αν κάποιοι ειρωνεύονται και χλευάζουν την πίστη μας ας μην κλονιζόμαστε,ας γίνουμε σαν τον βράχο που τον κτυπούν τα κύματα και αυτός παραμένει σταθερός.
Ας συνεχίσουμε τον αγώνα μας και την προσφορά μας μέσα στο Θεραπευτήριο που λέγεται Εκκλησία,έκει βρίσκουμε τα πάντα,εκεί με τα λόγια μας και τα έργα μας δίνουμε την απάντηση στον άπιστο και τον είρωνα.
Τον καλούμε και αυτόν στο Θεραπευτήριο της Εκκλησίας για να γίνει καλά και να ομολογήσει μαζί μας «Αδελφοί,κρατώμεν της ομολογίας».

Π.Σ.ΚΑΡΑΓΚΟΥΝΙΑΣ